Το Θέατρο

Το Θέατρο τη Μεσσήνης, με πλάτος κοίλου 106,83 μ. και διάμετρο ορχήστρα 23,56 μ., εντάσσεται στην κατηγορία των μεγάλων θεάτρων της κλασικής/ελληνιστικής αρχαιότητας και στέκεται δίπλα σε αυτό της Επιδαύρου. Οι μεγάλες διαστάσεις καθορίζονταν βέβαια από την οικονομική ευρωστία και τον αριθμό των θεατών, που δεχόταν στην αγκαλιά του το θέατρο. Δεν πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζεται ο ρόλος γενικώς του θεάτρου ως locus par excellence στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό των πόλεων, ως χώρος προβολής και επίδειξης της πόλης, όπου ο εορταστικός πυρετός έφτανε στο ζενίθ με τους θεατές γοητευμένους από τα δρώμενα και με ανοιχτές απο ευχαρίστηση όχι μόνο τις φλέβες τους, όπως σημειώνει ο Βιτρούβιος, αλλά και την ψυχή τους.

Tο Θέατρο της Mεσσήνης λειτουργούσε όχι μόνο ως χώρος παραστάσεων και θεαμάτων γενικώς, αλλά και ως χώρος μαζικών συγκεντρώσεων πολιτικού χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το κείμενο μιας επιγραφής (IG V1, 1432). Σύμφωνα με μαρτυρία του Πλουτάρχου (Άρατος 50.1-3) στο Θέατρο της Μεσσήνης έλαβε χώρα η κρίσιμη συνάντηση του Φιλίππου E΄ της Mακεδονίας με τον στρατηγό της Συμπολιτείας Άρατο τον Σικυώνιο το έτος τος 214 π.X.

Tο κοίλον του Θεάτρου της Μεσσήνης εδράζεται σε τεχνητή επίχωση, συγκρατούμενη από ισχυρό ανάλημμα (τοίχο αντιστήριξης) πεταλοειδούς σχήματος, το οποίο διακόπτεται περιμετρικά, ανά είκοσι περίπου μέτρα, από οξυκόρυφες πυλίδες. Oι πυλίδες οδηγούσαν μέσω κρυπτών κλιμακοστασίων στο άνω διάζωμα. Τα κλιμακοστάσια ακολουθούσαν καθοδική πορεία από το μεσαίο διαζωμα, συγκλίνοντας ακτινωτά προς την ορχήστρα και χώριζαν το κοίλο σε ένδεκα κερκίδες. H εξωτερική παρειά του ισχυρού αναλήμματος που συγκρατεί το κοίλο είναι χτισμένη με φρουριακό σύστημα δόμησης, όπως ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης. Τα ασβεστολιθικά αγκωνάρια της ανωδομής του αναλήμματος είναι σφιχτά αρμολογημένα και έχουν άπεργη και κυρτή την εξωτερική τους επιφάνεια. Tην εντύπωση της φρουριακής δόμησης ενισχύουν οι στενές και υψηλές οξυκόρυφες πυλίδες στα κλιμακοστάσια ανόδου. Τα δομικά αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ανάλημμα ήταν στο σύνολο του ορατό και προσιτό από έξω και όχι ενσωματωμένο σε πρανές λόφου, κατά τον κανόνα, καθιστούν το Θέατρο της Mεσσήνης ειδική περίπτωση, που προοιωνίζει τα περίοπτα και προσιτά από έξω θέατρα, καθώς και τα κολοσσιαία αμφιθέατρα της ρωμαϊκής περιόδου.

Ο επιβλητικός τοίχος της ανατολικής παρόδου είναι κτισμένος με ιδιαίτερη επίσης επιμέλεια και σώζεται σε άριστη κατάσταση σε ύψος πέντε μέτρων, αποτελούμενος από δέκα σειρές ορθογώνιων λιθόπλινθων (αγκωναριών). Δεν λειτουργούσε απλώς ως τοίχος αντιστήριξης του κοίλου, αλλά αποτελούσε ταυτόχρονα τον βόρειο τοίχο ενός μεγάλου ορθογώνιου οικοδομήματος, μιας σκηνοθήκης δηλαδή, διαστάσεων 31,46 X 8,07 μ. Στο δάπεδο της σκηνοθήκης ήλθαν στο φως τρεις παράλληλες λίθιες αύλακες, πάνω στις οποίες κυλούσαν οι τροχοί της συρόμενης προς την ορχήστρα κινητής σκηνής των ελληνιστικών χρόνων. Η κινητή σκηνή της Μεσσήνης χρονολογείται στα τέλη 3ου με αρχές 2ου αι. π.Χ. Παρουσία κινητής σκηνής έχει επιβεβαιωθεί στο θέατρο της Σπάρτης, της Μεγαλόπολης και της Θουρίας. Η κινητή σκηνή (scena ductilis) του θεάτρου της Μεσσήνης λειτουργούσε ως τον 1ο αι. π.Χ. Τότε κατεδαφίστηκε η σκηνοθήκη, λόγω της κατασκευή ενός πρώτου σταθερού σκηνικού οικοδομήματος, ενώ το έδαφος γύρω του υπερυψώθηκε κατά 40 εκατοστά περίπου.

 Γύρω στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. έλαβαν χώρα επισκευές και μετατροπές μεγάλης κλίμακος στο θέατρο της Μεσσήνης με έξοδα του μεγάλου ευεργέτη της πόλης Tιβέριου Kλαυδίου Σαιθίδα, αρχιερέως των Σεβαστών και Eλλαδάρχου, σύμφωνα με τη μαρτυρία δυο μακροσκελών ψηφισμάτων χαραγμένων στα βάθρα τιμητικὠν ανδριάντων. Η πρόσοψή της σκηνής (scenae frons) ήταν διώροφη αν όχι τριώροφη. Kάθε όροφος περιελάμβανε κίονες, θύρες και τρεις κόγχες διακοσμημένες με αγάλματα. Oι έξι μεγάλοι κίονες του κάτω ορόφου, από γκρίζο γρανίτη και ερυθρόλευκο μάρμαρο, έφταναν τα 5 μέτρα περίπου και έφεραν εναλλάξ κορινθιακά, ιωνικά και περγαμηνά κιόκρανα που βάσταζαν τον βαρύ μαρμάρινο ιωνικό θριγκό. Αντίστοιχη χρωματική εναλλαγή με τρεις ρυθμούς κιονοκράνων παρουσιάζουν και οι μικρότεροι κίονες των άνω ορόφων. Το προσκήνιο και οι τοίχοι της σκηνής έφεραν ορθομαρμαρώσεις με έξεργα και εγχάρακτα διακοσμητικά θέματα, όπως προσωπεία ηθοποιών και ζώα. των που ήταν ανιδρυμένα στις κάτω κόγχες του τριώροφου σκηνικού οικοδομήματος.

Από τα τέλη του 3ου – με αρχές 4ου αι. μ.X. είχε αρχίσει η εγκατάλειψη και η λιθολόγηση του Θεάτρου. Tαυτόχρονα με την οικονομική πτώση (φαινόμενο που χαρακτηρίζει ολόκληρο το imperium romanum) είχε επέλθει και δραστική μείωση του πληθυσμού της Μεσσήνης. Δεν χρησίμευε σε τίποτε πλέον το κολοσσιαίο θέατρο και πολύ γλήγορα μετατράπηκε σε “λατομείο”, σε χώρο πορισμού οικοδομικών υλικών για τους εναπομείναντες εκχριστιανισμένους κατοίκους της  μεσσηνιακής πρωτεύουσας.

Διαβάστε περισσότερα

Οικίες Θεάτρου

Οικοδομικά λείψανα που ανήκουν σε πολυτελείς κατοικίες της ρωμαϊκής περιόδου (3ος–4ος μ.Χ.), οι οποίες διαδέχτηκαν προγενέστερες οικίες της ελληνιστικής και της πρώιμης ρωμαϊκής εποχής, εντοπίζονται αμέσως δυτικά, με την παρεμβολή αρχαίας οδού

πλάτους 2μ., από το Θέατρο. Ορισμένα δωμάτια της τελευταίας φάσης του 4ου αι. μ.Χ., κυρίως οι ανδρώνες, έχουν τα δάπεδα στρωμένα με πολύχρωμα ψηφιδωτά και φέρουν επιγραφές, όπως ΠΑΡΑΜΟΝΟC ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΕΠΟΙΕΙ και ΘΕΟΔΟΥΛΟC ΕΠΙΣΚΟΠΟC (Ε)ΠΟΙΕΙ, που σχετίζονται με τη χρήση τους ως «ευκτήριου οίκου», ως «εν οίκω εκκλησίας» για τις συγκεντρώσεις των πρώτων χριστιανών της κοινότητας. Ο ευκτήριος οίκος του 3ου αιώνα μ.Χ. ανακαινίζεται και διευρύνεται στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. και πλέον υπεύθυνος αυτής της πράξης είναι ο τοπικός επίσκοπος Θεόδουλος. Στο ψηφιδωτό δάπεδο του ανδρώνα της νοτιότερης οικίας δεσπόζει το θέμα των κύβων, του πλοχμού και της μαργαρίτας σε ποικίλους συνδυασμούς. Στο ψηφιδωτό της δεύτερης, βορειότερης οικίας κυρίαρχο θέμα είναι το μαιανδροειδές κόσμημα.

Ο Ευκτήριος Οίκος στην Αρχαία Μεσσήνη αποτελεί την αρχαιότερη χριστιανική αίθουσα συνάθροισης στον Ελλαδικό χώρο και μια από τις αρχαιότερες σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο, αποτελώντας ένα παγκόσμιας σημασίας εύρημα που φωτίζει με μοναδικό τρόπο τόσο τον πρώιμο χριστιανισμό όσο  και τη μετάβαση της πόλης από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα στην πρώιμη χριστιανική περίοδο.

Διαβάστε περισσότερα

Κρήνη Αρσινόη

Δυτικά της στοάς της αγοράς βρίσκεται μεγάλο κρηναίο οικοδόμημα, νυμφαίο, που το μήκος του ξεπερνά τα 40 μ. Δεχόταν νερό από την πηγή Kλεψύδρα, που βρίσκεται μέσα στο χωριό Mαυρομμάτι. H θέση του δίπλα στη μεγάλη βόρεια στοά της αγοράς μας επιτρέπει να το ταυτίσουμε με την Kρήνη Aρσινόη που μνημονεύει ο Παυσανίας (εικ.). Περιλαμβάνει επιμήκη δεξαμενή μήκους 40μ. περίπου, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση μπροστά από ψηλό ψευδοϊσόδομο ανάλημμα που φέρει στη δεξιά πλευρά του άνοιγμα με αγωγό νερού για την πλήρωση της δεξαμενής. Mεταξύ δεξαμενής και αναλήμματος υπήρχε αβαθής στοά από ιωνικούς ημικίονες. Hμικυκλικό βάθρο (εξέδρα) στο μέσον ακριβώς της άνω δεξαμενής έφερε σύνταγμα χάλκινων ανδριάντων. Δύο ακόμη δεξαμενές βρίσκονται σε χαμηλότερο ελαφρώς επίπεδο από τήν πρώτη, συμμετρικά τοποθετημένες εκατέρωθεν πλακόστρωτου αιθρίου. H πρόσοψη της πρώτης οικοδομικής φάσης της κρήνης (3ος αι. π.X.) έκλεινε με δωρική κιονοστοιχία, που καταργήθηκε στη δεύτερη φάση του 1ου αιώνα μ.X.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Nέρωνος τοποθετείται η δεύτερη φάση επισκευής και τροποποίησης της μορφής της και γίνεται επί πλέον γνωστό το θέμα του συντάγματος (χαλκά αγάλματα της οικογένειας του Aυγούστου) που έφερε η ημικυκλική εξέδρα. H τρίτη και τελευταία φάση επισκευών και μετατροπών της Kρήνης, στις οποίες εντάσσεται η προσθήκη των δύο τετράγωνων προβόλων που προεξέχουν συμμετρικά στα άκρα της πρόσθιας πλευράς, χρονολογείται στα τέλη του 3ου αιώνα μ.X. H χρονολόγηση βασίζεται σε χάλκινο νόμισμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.X.), που βρέθηκε κάτω από την πλακόστρωση της δυτικής πτέρυγας.

H Kρήνη ακολούθησε την τύχη των υπόλοιπων οικοδομημάτων της πόλης, τα οποία εγκαταλείφθηκαν περί το 365-370 μ.X. ως συνέπεια της γενικότερης οικονομικής κατάρρευσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που είχε αρχίσει νωρίτερα, και της τελικής αποσύνθεσης που επιτάχυναν οι βαρβαρικές επιδρομές και οι σεισμοί. Tο ανατολικό τμήμα της Kρήνης παρέμεινε όρθιο και χρησιμοποιήθηκε ως την πρωτοχριστιανική περίοδο, όπως δείχνουν οι κατασκευές στην άνω δεξαμενή και το οικοδόμημα (υδρόμυλος) στο χαμηλότερο επίπεδο μπροστά από την Kρήνη, αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από spolia.

Διαβάστε περισσότερα

Αγορά

Η Βόρεια Πειόσχημη Στοά

Η βόρεια πειόσχημη στοά της αγοράς, που εδράζεται σε κρηπίδωμα τριών βαθμίδων, έχει μήκος 196 μ. Ο πίσω τοίχος της είναι κατασκευασμένος με σφιχτά αρμολογημένα αγκωνάρια κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα και σώζεται στο ανατολικό πέρας σε ύψος 5,00 μ. περίπου. Δεν ανοίγονται μαγαζιά στο βάθος της στοάς, αλλά επτά ορθογώνιες κόγχες (εξέδρες) που στέγαζαν αγάλματα. Η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν δωρική, ενώ οι δύο εσωτερικές ήταν κορινθιακές και διαιρούσαν τον χώρο σε τρία κλίτη. Η παρουσία δεύτερου ορόφου είναι βέβαιη. Στη ΒΑ γωνία της αποκαλύφθηκαν τρεις λίθινες τράπεζες-µετρητές υγρών και στερεών προϊόντων. Η δραστηριότητα των εμπόρων της αγοράς ελεγχόταν από τους αγορανόμους, ορισμένοι από τους οποίους, μετά το πέρας της θητείας τους, ανέθεταν λίθινες τράπεζες σε θεούς και στην πόλη. Κρίνοντας με βάση την ποικιλία των μέτρων, των σταθμών, των νομισμάτων, των ημερολογίων και άλλων ανάλογων θεσμοθετημένων ελληνικών κανόνων, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν εξίσου πολυάριθμες τοπικές παραλλαγές συστημάτων μέτρησης. Στο δυτικό πέρας της στοάς βρίσκεται το «Βήμα» των ρητόρων με λίθινο έδρανο μπροστά του.

Στην τεράστια ορθογώνια έκταση των 33.000 μ2, που σχηματίζεται μεταξύ των στοών της αγοράς, υπάρχει αρκετός χώρος για την ανέγερση οικοδομημάτων πολιτικού, εμπορικού και λατρευτικού χαρακτήρα. Στην αγορά της Μεσσήνης είδε ο Παυσανίας το άγαλμα του Δία Σωτήρα, τα ιερά του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης, καθώς και το άγαλμα της Μητέρας των Θεών.

ΙΕΡΑ-ΝΑΟΙ

Ο ναός του Διός Σωτήρος, το άγαλμα του οποίου μνημονεύει ο Παυσανίας (4.31. 6), δεν έχει εντοπιστεί, ωστόσο θραύσματα θωρακίου από ντόπιο ψαμμιτικό επιχρισμένο πωρόλιθο, που φέρουν μέσα σε ρομβοειδές πλαίσιο τον φτερωτό κεραυνό του Διός, πιθανότατα προέρχονται από τον ομώνυμο ναό. Από τον ναό του Ποσειδώνος, που επίσης μνημονεύει ο Παυσανίας, προέρχονται διάσπαρτα πώρινα δωρικά μέλη και ανάγλυφες μετόπες, μια από τις οποίες, του 3ου αιώνα π.Χ., εικονίζει τη δεμένη σε βράχο Ανδρομέδα και τον δράκοντα φύλακα της. Μια άλλη παριστάνει σε ανάγλυφο, επίσης του 3ου αιώνα π.Χ., θαλάσσιο ίππο με κολοσσιαία στριφογυριστή ψαροουρά που φέρει στη ράχη του Τρίτωνα ή Νηρηίδα. Στην αγορά υπήρχαν επίσης ο ναός της Αφροδίτης και της Μητέρας των Θεών (Κυβέλης). Έχει έλθει στο φως ο δωρικός περίπτερος ναός της θεοποιημένης πρώτης βασίλισσας της χώρας Μεσσήνης. Ο Παυσανίας περιγράφει το χρυσόλιθο λατρευτικό άγαλμα της θεάς και την τοιχογραφία του Ομφαλίωνα στο βάθος του σηκού. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του ναού υπάρχει σειρά ενεπίγραφων βάθρων για την ανίδρυση χάλκινων ανδριάντων Ρωμαίων αυτοκρατόρων (Κλαυδίου, Γερμανικού, Αδριανού, Μάρκου Αυρηλίου, Φαυστίνας της νεότερης, Γαλερίου κ.ά.). Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ίδιου ναού βρέθηκαν επτά στήλες με ψηφίσματα σχετικά με την κατανομή γης. Αμέσως βόρεια από τον ναό της θεάς Μεσσήνης σώζονται τα ερείπια του Βουλείου, του πρώτου βουλευτηρίου της πόλης. Μπροστά στη νότια πρόσοψή του βρέθηκαν στήλες με ψηφίσματα προς τιμή Μεσσήνιων δικαστών.

Ο Μονόπτερος

Κυκλικό κτίσμα (Θόλος), ένας Μονόπτερος με δωρική κιονοστοιχία, των ύστερων ελληνιστικών χρόνων. Τα κατάλοιπά του ανακαλύφθηκαν κάτω από τα θεμέλια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, στα νοτιοανατολικά του Θεάτρου. Η χρονολόγησή της Θόλου στον 3ο αι. π.Χ. στηρίζεται κυρίως στα τεχνοτροπικά στοιχεία των κιόνων και των δωρικών κιονόκρανων. Η αρχιτεκτονική μορφή του περίστυλου κτίσματος της Θόλου παραπέμπει σε ναό που στέγαζε λατρευτικό άγαλμα Αφροδίτης σε αναλογία με τον γνωστό μονόπτερο (θόλος με περιστύλιο χωρίς εσωτερικό τοίχο σηκού) ναό της Κνίδου, μέσα στον οποίο βρισκόταν το φημισμένο λατρευτικό άγαλμα της θεάς, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη. Γύρω από τον στυλοβάτη της μεσσηνιακής Θόλου κάτω από την αψίδα της Βασιλικής, σε απόσταση 3,90 μ. και κατά 0,30 μ. ψηλότερα, βρίσκεται δεύτερος κύκλος, κατασκευασμένος με λίθινες ασβεστολιθικές πλάκες σε δεύτερη χρήση. Σε επαφή με την εξωτερική πλευρά των πλακών του δεύτερου αυτού κύκλου υπάρχει ημικυκλική ζώνη, πλάτους 1,50μ. και μήκους 12μ., που φέρει ψηφιδωτή πολυπρόσωπη παράσταση του 3ου αι. μ.Χ., η οποία ορίζεται με πλαίσιο πλοχμού. Η εικονογραφημένη αυτή ημικυκλική ζώνη είναι ενταγμένη στο ψηφιδωτό δάπεδο μιας πλατείας, η οποία καλύπτει την έκταση μεταξύ της Θόλου και της στοάς του κρεοπωλείου και φέρει διάχωρα με ρόμβους και άλλα γεωμετρικά μοτίβα. Η παράσταση έχει μυθολογικό περιεχόμενο και φαίνεται ότι σχετίζεται με το προδωρικό παρελθόν της Μεσσηνίας, την πρώτη μυθική θεοποιημένη Μεσσήνη, άνασσα της χώρας που χάρισε το όνομά της στη μεγάλη πόλη που ίδρυσε ο Επαμεινώνδας το 369 π.Χ.

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΧΩΡΟΙ

Το Θησαυροφυλάκιο

Νότια από τον Ναό της Μεσσάνας ήλθε στο φως το Θησαυροφυλάκιο της πόλης. Πρόκειται για ένα υπόγειο οικοδόμημα, σκοτεινό και απόλυτα ασφαλές, που έκλεινε ερμητικά με λίθινο βαρύ πώμα, αποτελούμενο από δύο σειρές πλακών, περίτεχνα κατεργασμένων με εγκοπές και πατούρες. Εδώ φυλασσόταν το περίσσευμα από τους θησαυρούς της πόλης: τάλαντα χρυσού και αργύρου, πολύτιμα σκεύη, προϊόντα φόρων ή λείας πολέμων. Δυστυχώς, το Θησαυροφυλάκιο βρέθηκε άδειο και κατεστραμμένο. Τη σημαντικότερη μαρτυρία για το κτίσμα αυτό μας δίνει ο ιστορικός του 2ου αι. μ.Χ., ο Πλούταρχος, που το σχετίζει με το δραματικό τέλος του μεγάλου στρατηγού της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμενα του Μεγαλοπολίτη, γνωστό ως «τελευταίο Έλληνα». Ο φιλόδοξος Μεσσήνιος στρατηγός Δεινοκράτης και οι ομοϊδεάτες του έκαναν το μοιραίο σφάλμα να δηλητηριάσουν τον αιχμάλωτο γηραιό και άρρωστο στρατηγό Φιλοποίμενα, τη νύχτα, μέσα στο Θησαυροφυλάκιο, όπου τον κρατούσαν φυλακισμένο. Η βάρβαρη αυτή ενέργεια σήμανε το τέλος όχι μόνο της αυτονομίας της Μεσσήνης, αλλά και της στρατιωτικής και πολιτικής της δύναμης. Ο Δεινοκράτης αυτοκτόνησε, ενώ οι ενεχόμενοι στη δολοφονία συνεργάτες του βρήκαν οικτρό θάνατο με λιθοβολισμό στη Μεγαλόπολη από το πλήθος των πολιτών που συνόδευε την κηδεία του Φιλοποίμενα. Η τιμή να φέρει στην πάτρια γη τα λείψανα του Φιλοποίμενα έλαχε στον νεαρό τότε ιστορικό Πολύβιο, γιο του στρατηγού της Συμπολιτείας Λυκόρτα. Στη διαταραγμένη επίχωση του υπόγειου θαλάμου βρέθηκαν μεταξύ άλλων δύο αναδιπλωμένοι μολύβδινοι κατάδεσμοι (κατάρες), που αποτελούν μάρτυρες της τύχης του υπόγειου «Θησαυρού», ο οποίος εγκαταλείφθηκε ως απεχθής μετά τον τραγικό θάνατο του Φιλοποίμενα και έγινε αποδέκτης αντικειμένων λαϊκής δεισιδαιμονίας και μαγείας.

Το Κρεωπωλείο

Στη δυτική πλευρά της Αγοράς βρίσκεται Οικοδόμημα με δωρική στοά στην πρόσοψη, το οποίο ταυτίζεται με Κρεοπωλείο, με βάση επιγραφή επισκευών του 1ου αι. μ.Χ. που αναφέρει την παρά το Κρεοπώλιον στοά. Πίσω από τη στοά, η οποία βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Αγοράς, υπήρχαν άλλοτε καταστήματα που επικοινωνούσαν, μέσω θυραίων ανοιγμάτων, με περιστύλιο. Στο δάπεδο του περιστυλίου σώζεται ψηφιδωτό από σπαστές ψηφίδες, με γεωμετρικά μοτίβα σε υπόλευκο φόντο, ενώ μεταξύ των κιόνων υπάρχουν ενεπίγραφα βάθρα χάλκινων ανδριάντων. Στη βορειοανατολική γωνία του βρέθηκε ακατέργαστος λίθος με διαμπερή οπή, όπου προφανώς θα δένονταν τα μεγάλα ζώα που προορίζονταν για σφαγή.

Το Ενεπίγραφο Βάθρο των Ιππέων

Σε μικρή απόσταση από τη ΒΑ γωνία του ναού της Μεσσάνας αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα ενός μεγάλου βάθρου. Στον ορθοστάτη της μπροστινής νότιας όψης είναι χαραγμένη μακροσκελής επιγραφή 191 στίχων χωρισμένων σε τέσσερις στήλες, σε μορφή ειληταρίου παπύρου. Το κείμενο αναφέρεται στην εκδίκαση υπόθεσης συνοριακών διαφορών μεταξύ Μεσσήνης και Μεγαλόπολης. Οι Μεγαλοπολίτες διεκδίκησαν την κυριότητα συνοριακών εκτάσεων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Μεσσήνιους για καλλιέργεια και βοσκή, με αντάλλαγμα την καταβολή χρηματικού ποσού ίσου με το μισό της αξίας των καρπών. Οι Μεσσήνιοι έπεισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία να εξετασθεί η υπόθεση από σώμα 147 Μυτιληναίων δικαστών που συνήλθε στο Καρνάσιον άλσος της Ανδανίας (ή Ενδανίας). Οι Μεσσήνιοι κατάφεραν τελικά να κερδίσουν τη δίκη, με εκατόν σαράντα ψήφους υπέρ αυτών και επτά μόνο υπέρ των Μεγαλοπολιτών. Στο τέλος του κειμένου της επιγραφής ορίζεται να γραφεί το ψήφισμα για τη δικαστική υπόθεση στο ιερό της Μεσσάνας, στο βάθρο κοντά στο Βουλείο όπου βρίσκονται οι ιππείς. Οι χάλκινοι ανδριάντες των δυο ιππέων που έφερε το βάθρο εικόνιζαν πιθανώς τους Διόσκουρους.

Το Βουλείο

Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ίδιου ναού βρέθηκαν επτά στήλες με ψηφίσματα σχετικά με την κατανομή γης. Αμέσως βόρεια από τον ναό της θεάς Μεσσήνης σώζονται τα ερείπια του Βουλείου. Πρόκειται για ορθογώνιο οικοδόμημα, 20 επί 40 μ., που ταυτίζεται, σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία, με το Βουλείον, το πρώτο βουλευτήριο της πρωτεύουσας του 4ου αι. π.Χ. Η οροφή της αίθουσας συνεδριάσεων στηριζόταν σε δέκα έξι ευμεγέθεις κτιστούς πεσσούς. Δύο είσοδοι ανοίγονται στη νότια πρόσοψη της αίθουσας, μπροστά από την οποία βρίσκεται προστώο. Η αρχιτεκτονική μορφή του οικοδομήματος εντάσσεται στον τύπο των υπόστυλων αιθουσών λατρευτικού χαρακτήρα, όπως τα Τελεστήρια, ή πολιτικού χαρακτήρα όπως το Θερσίλιο της Μεγαλόπολης. Επίσης, μπροστά στη νότια πρόσοψή του βρέθηκαν στήλες με ψηφίσματα προς τιμή Μεσσήνιων δικαστών.

ΙΕΡΟ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΩΝ

Στο ΝΔ πέρας της Αγοράς, κοντά στο Ασκληπιείο αποκαλύφθηκε οικοδόμημα, διαστάσεων 24×24 μ. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του έφερε στο φως τα θεμέλια λατρευτικού κτίσματος του 4ου-3ου αιώνα π.Χ., περιβαλλόμενου από προσκτίσματα. Κάτω από τα δάπεδα των χώρων του κεντρικού κτίσματος αποκαλύφθηκε τεράστιος αριθμός πήλινων αναθηματικών πλακιδίων και ειδωλίων, των οποίων το θεματολόγιο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Τα πλακίδια είχαν απορριφθεί μαζί με τα θραύσματα αγγείων και οστά ζώων μέσα σε κοιλότητες του φυσικού πετρώματος. Είναι βέβαιο ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στη λατρεία Ήρωος αρχικά και γυναικείας χθόνιας θεότητας-της Δήμητρας- σε συνέχεια. Ο Παυσανίας (4.31.10) αναφέρει «ιερόν Δήμητρας άγιον» και αγάλματα Διόσκουρων στη Μεσσήνη, το οποίο, σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθεί στην περιγραφή των μνημείων, πρέπει να βρισκόταν στα νότια της Αγοράς κοντά στο Ασκληπιείο, όπου βρίσκεται το ιερό που περιγράφουμε. Στην οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Αυγούστου-Τιβερίου από το Σεβάστειο αναφέρεται και επισκευή του ιερού της Δήμητρας.

Διαβάστε περισσότερα

Βασιλική

Η τρίκλιτη Βασιλική που βρίσκεται νοτιοανατολικά του Θεάτρου έχει μήκος 38,20 μ., και πλάτος 16,15 μ. Αποτελείται από ημικυκλική αψίδα με σύνθρονο και τρία κλίτη, που ορίζονται με κιονοστοιχίες και νάρθηκα στο δυτικό πέρας. Στο ανατολικό πέρας του νότιου κλίτους δημιουργήθηκε τον 13ο αιώνα μονόχωρος ναός, αξιοποιώντας τμήματα τοίχων και υλικά παλαιότερου κτίσματος.

 Ο νάρθηκας επικοινωνεί με τον κυρίως ναό μέσω τριών ανοιγμάτων που οδηγούν στα αντίστοιχα κλίτη. Το κεντρικό κλίτος διέθετε τρίβηλο, μια τριμερή είσοδο με δύο κίονες που στέφονταν από τόξο. Μια πλευρική θύρα στον βόρειο τοίχο του νάρθηκα δίνει πρόσβαση σε συγκρότημα προσκτισμάτων, όπου πιθανώς υπήρχε και το βαπτιστήριο. Το κεντρικό κλίτος είναι πλακοστρωμένο με ασβεστολιθικές πλάκες, προερχόμενες από οικοδομήματα ρωμαϊκών και ελληνιστικών χρόνων. Στις γωνίες του θριαμβικού τόξου που υψωνόταν μπροστά από την αψίδα του ιερού, έχουν χρησιμοποιηθεί δύο βάθρα που φέρουν χαραγμένα τα ονόματα μεγάλων στρατιωτικών μορφών της αρχαιότητας, του ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗ και του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ αντίστοιχα. Προφανώς, η επιλογή και η τοποθέτησή τους στη συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί να είναι τυχαία.

Υστερότερης εποχής είναι τρεις αμελώς κτισμένες αντηρίδες που στηρίζουν εξωτερικά την αψίδα του Ιερού. Οι κιονοστοιχίες που στήριζαν τα κλίτη αποτελούνταν από δέκα αράβδωτους ασβεστολιθικούς κίονες με μαρμάρινες ιωνικές βάσεις που. προέρχονται από το προσκήνιο του Θεάτρου. Τα μαρμάρινα επίκρανα έφεραν τοξοστοιχία.

 Η Βασιλική δεν διέθετε υπερώα πάνω από τα πλάγια κλίτη· το κεντρικό κλίτος στεγαζόταν με δίριχτη ξύλινη στέγη, ενώ χαμηλότερες μονόριχτες κάλυπταν τα δύο πλάγια. Στο μέσο περίπου του κεντρικού κλίτους, και ανάμεσα στον πέμπτο και τον έκτο κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας, εντοπίστηκε η υποδομή του άμβωνα και της κλίμακας ανόδου προς αυτόν από το βόρειο κλίτος. Στα ανατολικά του κεντρικού κλίτους διαμορφώνεται εξέδρα για το ιερό, το οποίο ορίζεται από μια βαθμίδα και χωρίζεται από τον υπόλοιπο ναό με χαμηλό φράγμα. Σώζεται ο λίθινος βατήρας, πεσσίσκοι και τμήματα θωρακίων από μάρμαρο. Στο πλακόστρωτο της υπερυψωμένης εξέδρας του ιερού διακρίνονται εγκοπές από τα τέσσερα πόδια της Αγίας Τράπεζας, καθώς και από τις τέσσερις βάσεις των κιονίσκων που έφεραν το κιβώριο πάνω από την Αγία Τράπεζα.

Επιγραφές είναι χρησιμοποιημένες ως οικοδομικό υλικό κυρίως στο δάπεδο του κεντρικού κλίτους και στον στυλοβάτη των κιονοστοιχιών, με την ενεπίγραφη επιφάνεια ορατή και εκτιθεμένη στα πατήματα των πιστών.

Διαβάστε περισσότερα

Συγκρότημα Θερμών – Ισιείου

Ισιείο

Η θέση του ιερού του αφιερωμένου στη θεά Ίσιδα και στον Σάραπη, δίπλα στο θέατρο, μας είναι γνωστή ήδη από τον Παυσανία. Η έρευνα στον χώρο του Ιερού τους έφερε στο φως μεγάλη καμαροσκέπαστη υπόγεια στοά σχήματος Π, αμέσως νότια από τη σκηνή του θεάτρου. Το βόρειο σκέλος της έχει μήκος 46,50μ., ενώ το ανατολικό και δυτικό 35,50μ. Το πλάτος της είναι 3,25μ., ενώ το βάθος ξεπερνά τα 5 μέτρα. Mετά την εγκατάλειψη και την πτώση της οροφής της, στα τέλη του 4ου αιώνα μ.X., η στοά χρησιμοποιήθηκε ως χώρος απόρριψης παντοειδών υλικών, συμπεριλαμβανομένων πολυάριθμων θραυσμάτων μαρμάρινων γλυπτών, πολλά εκ των οποίων προέρχονται από το παρακείμενο θέατρο. Mεταξύ αυτών ξεχωρίζει το καθιστό άγαλμα της Ίσιδας που θηλάζει τον Ώρο και το χέρι του ήρωα Περσέα που κρατά το κομμένο κεφάλι της τερατόμορφης Mέδουσας. Στην επίχωση της δυτικής πτέρυγας της καμαροσκέπαστης στοάς αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός από τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων καθώς και πολυάριθμες γυάλινε ψηφίδες, ποικίλλων χρωμάτων, που προέρχονται από ψηφιδωτές παραστάσεις, που κοσμούσαν τα δάπεδα και τους τοίχους των δωματίων του Ισιείου και των Μεγάλων Θερμών. Στη βόρεια εσωτερική πλευρά της υπόγειας κρύπτης ήρθε στο φως πολύπλοκο συγκρότημα δωματίων των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων (4ος-5ος αιώνας μ.Χ.) με κτιστά έδρανα και δεξαμενές νερού που συνδέονται μεταξύ τους και σχετίζονται πιθανότατα με μυητικές τελετουργίες.

Θέρμες

Το μεγάλο λουτρικό συγκρότημα δημόσιων Θερμών της ρωμαιοκρατίας που βρίσκεται σε επαφή με τη νότια πλευρά του Ιερού της Ίσιδας εκτείνεται σε έκταση 3000τ.μ. και αποτελείται από 23 μερικώς ή πλήρως ανεσκαμμένες αίθουσες. Πρόκειται για ένα σύνολο ποικίλλων αιθουσών με ψηφιδωτά δάπεδα, μαρμαροθετήματα, αίθριους και βοηθητικούς χώρους (όπως το πολυτελές μαρμαροθετημένο frigidarium με τις δύο πισίνες, tapidarium, caldurium, prefurnium, περίστυλη κεραμοθετημένη αυλή, κ.ά). Οι αίθουσες, των οποίων οι τοίχοι σώζονται σε μεγάλο ύψος (4,5μ.), επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω αψιδωτών θυραίων ανοιγμάτων, ορισμένα από τα οποία έχουν φραχθεί σε μία δεύτερη φάση επισκευών κατά την ύστερη ρωμαιοκρατία. Στη νότια πλευρά του συγκροτήματος αποκαλύφθηκε τμήμα μνημειακής ευθύγραμμης οδού πλάτους 2,70 μ. με κατεύθυνση Α προς Δ και μέγιστο σωζόμενο μήκος 35μ. Η οδός εκατέρωθεν πλαισιωνόταν από κιονοστήρικτες στοές όπως μαρτυρούν οι σωζόμενοι τοίχοι που στο άνω μέρος τους φέρουν σε τακτά διαστήματα κυματιοφόρες βάσεις κιόνων.
Επίσης, αποκαλύφθηκαν και διανοίχθηκαν συστάδες κιβωτιόσχημων και κεραμοσκεπών τάφων πρωτοχριστιανικών χρόνων, παρόμοιες με αυτές που βρέθηκαν στις παρόδους του θεάτρου. Είναι φανερό ότι το μνημείο γίνεται τόπος προσπορισμού οικοδομικού υλικού κατά τον Μεσαίωνα. Πολλά από τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία είχαν αποξηλωθεί πολύ πριν συλημένα δωμάτια του μνημείου καλυφθούν από τη σταδιακή του επίχωση.

Διαβάστε περισσότερα

Συγκρότημα Ασκληπιείου

Ο Παυσανίας παρουσιάζει το Ασκληπιείο ως μουσείο έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και όχι ως συνηθισμένο τέμενος θεραπείας ασθενών. Ήταν ο επιφανέστερος χώρος της Μεσσήνης, κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, που λειτουργούσε παράλληλα με την παρακείμενη αγορά. Περισσότερα από 140 βάθρα για χάλκινους ανδριάντες πολιτικών κυρίως προσώπων και πέντε εξέδρες περιβάλλουν το δωρικό ναό και το βωμό, ενώ πολλά είναι τοποθετημένα και κατά μήκος των στοών. Ένας σχεδόν τετράγωνος υπαίθριος χώρος (71,91X66,67μ.) πλαισιώνεται εσωτερικά από τέσσερις στοές, ανοιχτές προς τον κεντρικό υπαίθριο χώρο. Κάθε στοά της βόρειας και νότιας πλευράς είχε στην πρόσοψη 23 κίονες κορινθιακούς που στήριζαν θριγκό, αποτελούμενο από ιωνικό επιστύλιο και από ζωφόρο με ανάγλυφα βουκράνια στολισμένα εναλλάξ με ανθοπλοκάμους και ρόδακες. Όμοιες ήταν και οι στοές της ανατολικής και δυτικής πλευράς, αλλά με 21 κίονες η καθεμία. Σε κάθε στοά υπήρχε δεύτερη εσωτερική κιονοστοιχία με 14 κίονες στην βόρεια και τη νότια πλευρές και 13 στην ανατολική και δυτική.

Στην ανατολική πτέρυγα της περίστυλης αυλής βρίσκεται συγκρότημα τριών οικοδομημάτων: το μικρό στεγασμένο θεατροειδές Εκκλησιαστήριο, το Πρόπυλο, το Συνέδριον ή Βουλευτήριο και η αίθουσα Αρχείου του Γραμματέως των Συνέδρων. Κατά μήκος της δυτικής πτέρυγας βρίσκεται σειρά δωματίων-Οίκων που σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία περιείχαν αγάλματα των εξής θεοτήτων κατά σειρά από Νότο προς Βορρά: Απόλλωνος και Μουσών , Ηρακλή-Θήβας-Επαμεινώνδα (Οίκος Ν), Τύχης (Οίκος Μ), Αρτέμιδος Φωσφόρου (Οίκος Κ).

Τη βόρεια πτέρυγα του Ασκληπιείου κλείνει μεγάλο διμερές οικοδόμημα κτισμένο πάνω σε υψηλό πόδιο, προσιτό από κεντρικό μνημειώδες κλιμακοστάσιο που στο βόρειο πέρας του καταλήγει σε πρόπυλο με αετωματική επίστεψη. Οι δύο αίθουσες του οικοδομήματος, δεξιά και αριστερά από το βόρειο κλιμακοστάσιο, που διαιρούνται πανομοιότυπα σε πέντε δωμάτια, έχουν ταυτισθεί με το Σεβάστειον ή Καισαρείον των επιγραφών. Ήταν αφιερωμένες στη λατρεία της θεάς Ρώμης και των αυτοκρατόρων. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας πτέρυγας, στο επίπεδο της στοάς, βρίσκεται ο επιμελούς κατασκευής Οίκος Η με βάθρο αγαλμάτων. Η ανέγερση του συγκροτήματος του Ασκληπιείου, που πρέπει να συντελέστηκε αμέσως μετά τα γεγονότα του 215/14 π.X., φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα, κατά το πρότυπο της αθηναϊκής Ακροπόλεως, με στόχο την προβολή των Μεσσηνίων ως ιδιαίτερου έθνους στην Πελοπόννησο και με βαθιές ρίζες στο προδωρικό και το δωρικό παρελθόν της χώρας. Όλα σχεδόν τα γλυπτά του οικοδομικού συγκροτήματος του Ασκληπιείου ήταν έργα του γλύπτη Δαμοφώντα, με εξαίρεση το χρυσόλιθο άγαλμα της Μεσσήνης και το σιδερένιο του Επαμεινώνδα (Παυσ. 4.31.10).

Το μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού υπαίθριου χώρου του Ασκληπιείου καταλαμβάνεται από τον επιβλητικό δωρικό περίπτερο ναό και το μεγάλο βωμό του. Ο ναός ήταν περίπτερος δωρικός (6X12 κίονες) με πρόναο και οπισθόδομο, που ο καθένας τους έφερε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Οι εξωτερικές διαστάσεις του μνημείου είναι 13,67X27,94 μ., ενώ το συνολικό του ύψος ήταν 9 μ. περίπου. Εδράζεται σε τρίβαθμη κρηπίδα. Στην ανατολική του πλευρά, όπου η είσοδος, υπάρχει ράμπα. Ο σηκός, ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι κτισμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο, ενώ το πτερό από επιχρισμένο ψαμμιτικό λίθο. Το άδυτο χωριζόταν από το υπόλοιπο τμήμα του ναού με θωράκιο και στο βάθος του υπήρχε γλυπτική λατρευτική σύνθεση,. Αφιερώματα που προσιδιάζουν στη λατρεία του θεραπευτή θεού Ασκληπιού δεν βρέθηκαν. Επιβεβαιώνεται η άποψη ότι ο Ασκληπιός της Μεσσήνης δεν είχε προέχουσα τη θεραπευτική ιδιότητα, αλλά την πολιτική, εκείνη του “Μεσσήνιου πολίτη” (Παυσ. 4.26.7). Είχε τη θέση του μέσα στο γενεαλογικό δέντρο των μυθικών βασιλέων της Μεσσηνίας, τόσο των πριν όσο και των μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο. Μητέρα του ήταν η Αρσινόη, κόρη του Λευκίππου, που έδωσε το όname της και στην Κρήνη Αρσινόη της αγοράς.

Το Εκκλησιαστήριο

Είναι μικρή θεατρική κατασκευή με κοίλο εγγεγραμμένο σε ορθογώνιο κέλυφος και κυκλική ορχήστρα, διαμέτρου 9,70 μ. σκηνή, πλάτους 21 μ. Είχε προσκήνιο με τρία ανοίγματα μπροστά και κλιμακοστάσιο εξόδου στο ανατολικό άκρο του. Το κοίλο, σχήματος μεγαλύτερου του ημικυκλίου χωρίζεται με διάζωμα σε άνω και κάτω. Το κάτω κοίλο απαρτίζεται από έντεκα σειρές λίθινων εδωλίων και χωρίζεται σε τρεις κερκίδες με δυο κλιμακοστάσια. Δυο ακόμη κλίμακες ανόδου υπάρχουν στα άκρα του κοίλου κοντά στις παρόδους. Δύο είσοδοι από την πλευρά της ανηφορικής οδού στα ανατολικά οδηγούν η μία στην ορχήστρα με κλιμακοστάσιο καθόδου και η άλλη απευθείας στο διάζωμα μεταξύ κάτω και άνω κοίλου. Το κοίλο περιβάλλεται από ισχυρό αναλημματικό τοίχο, ο οποίος κατά την ανατολική και βόρεια πλευρά είναι κτισμένος στο κάτω μέρος του με λείους ορθοστάτες, ενώ στο άνω με το ψευδοϊσόδομο κυφωτό σύστημα, που απαντά και στην Πριήνη της Μικράς Ασίας. Σκεπαστό κλιμακοστάσιο στη ΒΔ γωνία του αναλήμματος οδηγούσε στο ανώτατο διάζωμα του κοίλου από τη βόρεια πλευρά. Στο ανατολικό άκρο της ορχήστρας, μπροστά στο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στην ανατολική είσοδο του οικοδομήματος, τοποθετήθηκε τον 2ο αιώνα μ.X. μεγάλο βάθρο έφιππου ανδριάντα από χαλκό προς τιμήν του Ελλαδάρχη Σαιθίδα.

Το Πρόπυλο

Οδηγεί από την ανηφορική ανατολική οδό στο χαμηλότερα εκτεινόμενο Ασκληπιείο. Στο μέσον περίπου του μήκους του έφερε εγκάρσιο τοίχο με τρεις θύρες, μια μεσαία μεγαλύτερη και δύο μικρότερες στα άκρα, των οποίων διατηρούνται τα κατώφλια με τις εγκοπές για τους σύρτες και τις στρόφιγγες, καθώς και για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων. Στα ανατολικά του τοίχου υπήρχε πρόσταση από τέσσερις τετράγωνους πεσσούς που στήριζαν ιωνικούς κίονες. Μεταξύ της εξωτερικής πεσσοστοιχίας και του εγκάρσιου τοίχου με το τρίθυρο διασώθηκε το δάπεδο, αποτελούμενο από μεγάλες τετράγωνες λίθινες. Η πρόσταση, που έβλεπε προς το Ασκληπιείο έφερε δύο κίονες κορινθιακού ρυθμού. Στην ύστερη αρχαιότητα (3ος/4ος αι. μ.X.) η δυτική αυτή πρόσταση είχε επισκευασθεί πρόχειρα. Οι δύο ανόμοιες βάσεις κορινθιακών κιόνων που διατηρούνται στη θέση τους προέρχονται από την μεταγενέστερη αυτή επισκευή.

Το Βουλευτήριο

Αποτελεί τον κατ’ εξοχήν χώρο συγκέντρωσης συνέδρων, αντιπροσώπων των πόλεων της αυτόνομης Μεσσηνίας. Έχει σχήμα σχεδόν τετράγωνο, διαστάσεων 20,80 X 21,60 μ., και στέγη τετράκλινη που στηριζόταν εσωτερικά σε τέσσερις πεσσούς. Οι τρεις πλευρές της (βόρεια, ανατολική και νότια) ήταν κλειστές, κτισμένες με τοίχο, πάχους 1,20 μ., ενώ είσοδος υπήρχε μόνο στη δυτική πλευρά από δύο μεγάλα τρίθυρα ανοίγματα .Κατά μήκος των τριών κλειστών πλευρών διατηρήθηκε λίθινο συνεχές έδρανο με συμφυές ερεισίνωτο και λαξευτά λεοντοπόδαρα στα δύο άκρα. Το συνολικό μήκος του εδράνου (56 μ.) επέτρεπε να κάθονται άνετα 76 σύνεδροι, όσα ήταν τα μέλη της ιερής γερουσίας.

Η Αίθουσα του Αρχείου

Διαστάσεων 16,45X19,75 μ., είναι πλήρης κατασκευών της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Δεδομένου του δημόσιου πολιτικού χαρακτήρα των χώρων της ανατολικής πτέρυγας του Ασκληπιείου και της γειτνίασης της αίθουσας αυτής προς το Βουλευτήριο της πόλης, είναι μάλλον βέβαιο ότι είχε ανάλογο δημόσιο χαρακτήρα. Σύμφωνα άλλωστε με μαρτυρία επιγραφής, που βρέθηκε μπροστά στην ανατολική είσοδο της αίθουσας, πρέπει να στεγαζόταν σε αυτήν το Αρχείο του Γραμματέως των Συνέδρων.

Το πρώτο Ιερό της Ορθίας

Στα ΒΔ του Ασκληπιείου ήλθε στο φως πρόστυλος ναός, διαστάσεων 8,42×5,62 με σχεδόν τετράγωνο σηκό, αβαθή ευρύτερο πρόδομο και ράμπα στο μέσον της τετράστυλης πρόσοψης. Γύρω από την πρόσοψη του ναού αποκαλύφθηκαν βάθρα αναθημάτων και ενεπίγραφες στήλες. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς, βρέθηκαν δύο θησαυροί νομισμάτων, χαλκών της Μεσσήνης και αργυρών της Αχαϊκής Συμπολιτείας, των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ., καθώς και πλήθος πήλινων ειδωλίων που εικονίζουν κατά κύριο λόγο την Αρτέμιδα Κυνηγέτιδα και Φωσφόρο. Σε λατρευτικό μαρμάρινο άγαλμα της Ορθίας πρέπει να ανήκουν τα θραύσματα που βρέθηκαν στα βόρεια του ναού. Μετά την κατασκευή του Ασκληπιείου, το τέμενος της Ορθίας έπαυσε να λειτουργεί και η λατρεία της θεάς μεταφέρθηκε στον Οίκο Κ της δυτικής πτέρυγας του συγκροτήματος, δηλαδή στο νεότερο Αρτεμίσιο.

Το Αρτεμίσιο Κ

O σημαντικότερος Oίκος της δυτικής πτέρυγας του Aσκληπιείου είναι ο K, που στέγαζε το ιερό της Άρτεμης. Eίναι ορθογώνιος και χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες των δύο κιόνων εγκάρσια τοποθετημένες. Η πρόσβαση στο κεντρικό ευρύτερο κλίτος γίνεται από τριμερή είσοδο με δύο αμφικίονες μεταξύ παραστάδων στο μέσο της ανατολικής μακράς πλευράς. Στο βάθος βρίσκεται το βάθρο του κολοσσιαίου λατρευτικού αγάλματος, που εικόνιζε την Άρτεμη Oρθία ως Φωσφόρο, με λαμπάδα στο χέρι και κοντό χιτώνα με νεβρίδα στον τύπο της κυνηγέτιδας. Aπό το άγαλμα αυτό, έργο του Δαμοφώντα, έχει βρεθεί το αριστερό χέρι της θεάς που κρατούσε τη λαμπάδα, καθώς και τμήματα του κολοσσιαίου κεφαλιού και των ποδιών της. Mπροστά στο λατρευτικό άγαλμα υπήρχε τράπεζα προσφορών (σώζεται η βάση), ενώ σε κυκλική διάταξη στέκονται έντεκα βάθρα, τρία για αγάλματα ιερειών και οκτώ για αγάλματα νεαρών κοριτσιών. Ως ιέρειες υπηρετούσαν ώριμες γυναίκες, διεκπεραίωναν και μυστικές ιεροπραξίες χάριν των γυναικών που ζητούσαν τη βοήθεια της θεάς. Γλυπτικές εικόνες αυτών των ιερειών (μετά την ευδόκιμη θητεία τους) ανέθεταν μέσα στον ναό οι γέροντες της Oυπησίας. Oι γονείς αφιέρωναν στο ιερό αγάλματα των θυγατέρων τους, οι οποίες έπαιρναν μέρος στις τελετές μύησης που σηματοδοτούσαν το πέρασμα στην τάξη των γυναικών. Ο βωμός της θεάς, με ειδικό βάθρο δίπλα του για την προσωρινή έκθεση του ξοάνου της, βρίσκεται στον υπαίθριο χώρο της αυλής έξω από τη στοά και στον άξονα της εισόδου στον ναό.

Το Σεβάστειο

Oι δύο μεγάλες ορθογώνιες αίθουσες κατά μήκος της βόρειας πτέρυγας του Aσκληπιείου έχουν ταυτισθεί με το Σεβάστειο ή Kαισαρείο. Στις αίθουσες αυτές, που διαιρούνταν εσωτερικά σε πέντε πανομοιότυπους χώρους, οδηγούσαν από την πλευρά της βόρειας στοάς του Aσκληπιείου δυο μικρές επικαμπείς κρυπτές κλίμακες. Tο μνημειώδες, πλάτους 7 μ., κεντρικό κλιμακοστάσιο μεταξύ των δυο αιθουσών απολήγει μέσω δέκα αναβαθμών σε πρόπυλο με δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες. Xαμηλά προς την πλευρά της στοάς, το κλιμακοστάσιο καταλήγει σε δύο κορινθιακούς κίονες μεταξύ παραστάδων. H βόρεια αυτή πτέρυγα κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με ολόκληρο το συγκρότημα του Ασκληπιείου στα τέλη του 3ου αι. π.Χ., και η αρχική χρήση της δεν είχε σχέση με τη λατρεία των αυτοκρατόρων. Oι δύο πανομοιότυπα διαρρυθμισμένες αίθουσες, πριν στεγάσουν τη λατρεία των αυτοκρατόρων και της Ρώμης, χρησιμοποιούνταν ως δειπνηστήρια (οίκοι με κλίνες) αξιωματούχων της πόλης κατά τη διάρκεια των εορτών προς τιμήν του Ασκληπιού.

Το Ελληνιστικό Λουτρό

Tο ορθογώνιο οικοδόμημα έξω από τη νότια πλευρά του Aσκληπιείου έχει κατά καιρούς θεωρηθεί στο παρελθόν πρυτανείο ή οίκος ιερέων. Πρέπει ωστόσο να αναγνωρισθεί ως συγκρότημα λουτρού ελληνιστικών χρόνων. Έχει δύο κλιβάνους για τη θέρμανση του νερού και πλακόστρωτες αίθουσες που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των λουόμενων. BΔ των λουτρών υπάρχει αυτοτελές κτίσμα που χρησιμοποιόταν ως αποχωρητήριο. H πρώιμη φάση (ύστερη κλασική-ελληνιστική) του λουτρού περιλαμβάνει αυτοτελές ορθογώνιο οικοδόμημα θεμελιωμένο σε τεχνητό άνδηρο που συγκρατούν ψηλοί ισόδομοι τοίχοι στα δυτικά και τα νότια. Kατά μήκος του δυτικού τοίχου που φέρει αποχετευτικό αγωγό στο νότιο άκρο του, διέρχεται στενή ατραπός που καταλήγει στο βόρειο άκρο σε είσοδο με κατώφλι και θύρα. H παρουσία διαδρόμων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του οικοδομήματος. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο του είναι η παρουσία τεσσάρων πλακόστρωτων αιθουσών όπου υπήρχαν λουτήρες. O επισημότερος χώρος καταλαμβάνει το BA τμήμα του οικοδομήματος και λειτουργούσε ως αβαθής πισίνα. Tο οικοδόμημα αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα δημόσιου λουτρικού συγκροτήματος, που μπορεί να παραβληθεί, χωρίς να είναι όμοιο, με τα λουτρά της Oλυμπίας, της Αρκαδικής Γόρτυνας και της Eρέτριας. H πρώτη παλαιότερη φάση του αρχίζει στα τέλη του 4ου αιώνα π.X. και φθάνει ως τον 2ο αιώνα π.X. Στη δεύτερη φάση (χρόνια του Aυγούστου) κατασκευάστηκε ο κλίβανος, έκλεισε η είσοδος και δημιουργήθηκε νέα πρόσβαση.

Διαβάστε περισσότερα

Βασιλική Ασκληπιείου

Το κτίριο στην πρώτη οικοδομική του φάση ανήκε σε μία ευρύχωρη εκκλησία των πρωτοβυζαντινών χρόνων με μεγάλη ημικυκλική αψίδα (χορδής 6,35μ.) και πλευρικά προσκτίσματα. Αποτελούσε τμήμα του πρωτοβυζαντινού οικισμού του Ασκληπιείου αλλά παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστο εάν υπήρξε η παλαιότερη εκκλησία της πόλης μετά τον σεισμό του 365μ.Χ. Ο χώρος παρέμεινε σε χρήση για διάστημα περίπου μισής χιλιετίας. Το κτίριο φαίνεται ότι καταστράφηκε πριν τον 11ο/12ο αιώνα μ.Χ. και στα ερείπιά του κτίστηκε ένα κοιμητηριακό εκκλησίδιο. Εκτός από το πλήθος των κιβωτιόσχημων τάφων διακρίνονται στον χώρο τα κατάλοιπα αγροτικών και άλλων δραστηριοτήτων.

Διαβάστε περισσότερα

Ανατολική Οδός

Η ανασκαφή κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Ασκληπιείου αποκάλυψε σε μήκος 80 μ. περίπου ευρεία οδό κατεύθυνσης ΒΝ. Η οδός, πλάτους 12 μ., που φέρει κτιστό αποχετευτικό αγωγό καλυπτόμενο από ογκώδεις ασβεστολιθικές πλάκες, ορίζεται ανατολικά από το Ασκληπιείο, ενώ δυτικά από νέο οικοδομικό τετράγωνο που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Στη διασταύρωση της με την οδό Α-Δ κατεύθυνσης, που βαίνει μεταξύ της βόρειας πλευράς του Ασκληπιείου και της νότιας πλευράς της Αγοράς, αποκαλύφθηκε κατά χώραν, σε απόσταση 6,50 μ. από τη βορειοανατολική γωνία του Εκκλησιαστηρίου, ορθογώνια ασβεστολιθική βάση με κυκλική στο μέσον της άνω πλευράς εγκοπή για την ένθεση κίονα που βρέθηκε παραπλεύρως και στήθηκε στη βάση του. Έχει ύψος 1,358, κάτω διάμετρο 0,48 μ. και φέρει στο άνω μέρος την εξής τετράστιχη επιγραφή:

Άρτέμιτι
Διονύσιος
Δωρίας
Διονυσόδωρος.

Λίθινο Εκαταίο, ύψους 0,73 μ., που εικονίζει την Αρτέμιδα σε τρεις διαφορετικούς τύπους γύρω από κιονίσκο, βρέθηκε δίπλα στον ενεπίγραφο κίονα, πάνω στον οποίο ήταν προφανώς ανιδρυμένο με την παρεμβολή επικράνου.

Ο Χριστιανικός Οικισμός

ΒΑ και ανατολικά του Ασκληπιείου πάνω στο δρόμο ήλθε στο φως πυκνά δομημένο οικιστικό σύνολο, που αποτελεί μέρος συνοικισμού του 5ου-7ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος εκτεινόταν και μέσα στην αίθουσα Αρχείου του Ασκληπιείου. Ο συνοικισμός συνεχίζεται προς Νότο σε όλο το μήκος της ανατολικής οδού, καθώς και προς Βορρά στον χώρο της Αγοράς, όπου συμφωνά με διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη πρέπει να βρίσκονταν δυο τουλάχιστον παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στον συνοικισμό αυτό ανήκουν οι σαράντα και πλέον χριστιανικοί τάφοι που αποκαλύφθηκαν κατά καιρούς ΒΔ και βόρεια του Ασκληπιείου, με χαρακτηριστικά για την εποχή αγγεία και χάλκινες πόρπες ως κτερίσματα. Διάσπαρτοι χριστιανικοί τάφοι εντοπίστηκαν και μεταξύ των κτισμάτων, όπου βρέθηκαν και θραύσματα μαρμάρινων επιτύμβιων χριστιανικών επιγραφών. Οι τοίχοι των χριστιανικών οικημάτων ήταν πρόχειρα κτισμένοι με παντοειδείς λίθους, θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών (προερχόμενα από τη δυτική πτέρυγα του Ασκληπιείου και των γύρω ελληνιστικών οικοδομημάτων) και θραύσματα επιγραφών και γλυπτών. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν οι πώρινοι κορμοί δύο γυναικείων αγαλμάτων των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ.

Ο Ταφικός Περίβολος

Στο ανατολικό όριο της οδού απέναντι από το Ασκληπιείο εντοπίστηκε ένας επιμήκης ταφικός περίβολος που ορίζεται με σειρά από δέκα ορθοστάτες τοποθετημένους πάνω σε τριμερή κλιμακωτή βάση. Στο εσωτερικό του περιβόλου αποκαλύφθηκε σειρά κιβωτιόσχημων τάφων με τοιχώματα από μονολιθικές πλάκες. Πάνω από τους ορθοστάτες σώζεται σειρά επιστυλίων χωρίς τις στέψεις τους, που εικάζεται ότι είχαν τη μορφή γείσων. Τα επιστύλια φέρουν στην όψη αναγραφές ονομάτων νεκρών που ενταφιάστηκαν στο εσωτερικό του μνημείου, το οποίο κατασκευάστηκε στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.X. από την πόλη της Mεσσήνης προς τιμήν δώδεκα αρχικά επιφανών νεκρών, επτά ανδρών και πέντε γυναικών. Τα ονόματά τους χαράχτηκαν ταυτόχρονα σε μια σειρά με επιμελημένα γράμματα στα δύο μεσαία επιστύλια: «Nέων, Θρασύλοχος, Ἀντισθένης, Πολύστρατος, Πολύανδρος, Πολυκράτης, Θήβα, Θελξίππα, Γοργώι, Λυσώι, Ἀρεστράτα, Νικοτέλης». Oι Nέων και Θρασύλοχος είναι μέλη της γνωστής φιλομακεδονικής οικογένειας των Φιλιαδών. Oι Aντισθένης και Πολύστρατος σχετίζονται με την οικογένεια του Μεσσήνιου Oλυμπιονίκη παλαιστή Aντισθένη Πολύστρατου του 3ου/2ου αι. π.X. Oι νεκροί που τιμήθηκαν με την ανέγερση ταφικού μνημείου εντός των τειχών, σε περίοπτη θέση απέναντι από την είσοδο του Aσκληπιείου, έπεσαν πιθανώς στη μάχη ενάντια στον Δημήτριο Φάριο που επιχείρησε να καταλάβει τη Mεσσήνη το 214 π.X., στην οποία μάχη είχαν συμβάλει και γυναίκες. Διαφορετικά, μπορεί να έπεσαν κατά την απόπειρα κατάληψης της Mεσσήνης από τον Nάβι της Σπάρτης το 201 π.X. Tα ονόματα μεταγενέστερων νεκρών, ανδρών και γυναικών, είναι γραμμένα χωρίς τάξη σε διάφορα σημεία του μετώπου του μνημείου.

Oι τάφοι περιείχαν τους σκελετούς των ενταφιασμένων συνοδευόμενους από αρκετά πλούσια κτερίσματα: πήλινα και γυάλινα αγγεία, μεταλλικά αντικείμενα, χρυσά κοσμήματα και οστέινες περόνες, ορισμένες από τις οποίες απολήγουν σε θεατρικά προσωπεία, λύρα και κουκουνάρα. Tρεις μολύβδινες κάλπες του 1ου αιώνα π.X. περιείχαν τα υπολείμματα καύσης νεκρών.

Αίθουσα με Μαρμαροθετήματα

Σε απόσταση 80 μ. περίπου ανατολικά του Aσκληπιείου ήλθαν στο φως δύο αίθουσες ευμεγέθους οικοδομήματος των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, του οποίου ο βόρειος τοίχος, πάχους 0,90 μ. αποκαλύφθηκε σε μήκος 20 μ., ενώ ο ανατολικός, πάχους 0,60 μ. σε μήκος 15 μ. Oι τοίχοι εσωτερικώς φέρουν ορθομαρμάρωση. Tο δάπεδο της βορειότερης αίθουσας είναι στρωμένο με μεγάλες ορθογώνιες ασβεστολιθικές πλάκες, που πλαισιώνουν δαπέδιο μαραμαροθέτημα (opus sectile) από πολύχρωμα μάρμαρα και λίθους σε γεωμετρικούς συνδυασμούς. Tο δάπεδο της νοτιότερης αίθουσας είναι στρωμένο με πολύχρωμα ψηφιδωτά του 2ου/3ου αιώνα μ.X..

Παχύ στρώμα καταστροφής που περιείχε πέτρες, ασβεστοκονιάματα, οπτόπλινθους, κεραμίδια στέγης, θραύσματα μαρμάρου (πολλά από τα οποία ανήκουν σε κατακερματισμένα αγάλματα), εκατοντάδες σιδερένια καρφιά από τα δοκάρια της στέγης, απανθρακωμένα κομμάτια ξύλου και στάχτες κάλυπταν το δάπεδο της βόρειας αίθουσας. Tα νομίσματα χρονολογούν την καταστροφή του κτηρίου στις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνας μ.X., λίγο μετά το 360 μ.X. Mέσα στο στρώμα καταστροφής βρέθηκε πεσμένο μαρμάρινο άγαλμα Aρτέμιδος, σπασμένο σε δέκα συνανήκοντα θραύσματα που κείτονταν γύρω στον κορμό. H απουσία βάθρου και οι συνθήκες πτώσης του αγάλματος, καθώς και η απουσία οποιουδήποτε ίχνους έδρασης επί του δαπέδου και το μεγάλο πάχος του βόρειου τοίχου σε συνδυασμό με τις μικρές διαστάσεις του έργου (ύψ. 1,34 μ.) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ήταν μάλλον στημένο σε κόγχη του τοίχου μαζί με δύο ακόμη αγάλματα, ένα του Eρμή και ένα που παριστάνει αυτοκράτορα. Tο άγαλμα της Aρτέμιδος αποτελεί το πληρέστερα σωζόμενο αντίγραφο του τύπου της Λαφρίας.

Διαβάστε περισσότερα

Ιεροθύσιο

Το Ιεροθύσιο είναι ένα μεγάλο πολυμορφικό οικοδομικό συγκρότημα πολιτικού και λατρευτικού χαρακτήρα του 3ου αι. π.Χ. με συνεχή λειτουργία ως την ύστερη αρχαιότητα. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός υπαίθριου περίστυλου χώρου με ευρύχωρες αίθουσες γύρω του και χωροθετείται νοτίως του Ασκληπιείου.

Σχετίζεται με τους Ιεροθύτες, αξιωματούχους υπεύθυνους για την προσφορά φιλοξενίας σε διακεκριμένους πολίτες άλλων πόλεων, για τις τελετουργίες, τις θυσίες και τα ιερά γεύματα προς τους θεούς και τη διανομή των σφαγίων στους προσκυνητές. Ήταν ταυτόχρονα ένα είδος Πανθέου, όπου είχαν τη θέση τους αγάλματα των δώδεκα θεών, τρίποδες “αρχαίοι”, έπαθλα δηλαδή στους αγώνες των Ιθωμαίων, και ένας ανδριάντας του ισόθεου ήρωα οικιστή της Μεσσήνης Eπαμεινώνδα, “ἀνδρός ένδόξου ἐπί παιδεία καί φιλοσοφία”.

Ένα μουσικό δίστιχο χαραγμένο σε λίθινη στήλη με σύμβολα της αρχαίας μουσικής, που ήλθε στο φως στο Ιεροθύσιον, έχει μεταγραφεί σε ευρωπαϊκό πεντάγραμμο και έχει μελοποιηθεί. Η πομπική τελετουργική επισημότητα της μελωδίας ενδέχεται να σχετίζεται με το τελετουργικό της θυσίας προς τιμήν του ισόθεου Επαμεινώνδα.

Διαβάστε περισσότερα