Ανατολική Οδός

Η ανασκαφή κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Ασκληπιείου αποκάλυψε σε μήκος 80 μ. περίπου ευρεία οδό κατεύθυνσης ΒΝ. Η οδός, πλάτους 12 μ., που φέρει κτιστό αποχετευτικό αγωγό καλυπτόμενο από ογκώδεις ασβεστολιθικές πλάκες, ορίζεται ανατολικά από το Ασκληπιείο, ενώ δυτικά από νέο οικοδομικό τετράγωνο που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Στη διασταύρωση της με την οδό Α-Δ κατεύθυνσης, που βαίνει μεταξύ της βόρειας πλευράς του Ασκληπιείου και της νότιας πλευράς της Αγοράς, αποκαλύφθηκε κατά χώραν, σε απόσταση 6,50 μ. από τη βορειοανατολική γωνία του Εκκλησιαστηρίου, ορθογώνια ασβεστολιθική βάση με κυκλική στο μέσον της άνω πλευράς εγκοπή για την ένθεση κίονα που βρέθηκε παραπλεύρως και στήθηκε στη βάση του. Έχει ύψος 1,358, κάτω διάμετρο 0,48 μ. και φέρει στο άνω μέρος την εξής τετράστιχη επιγραφή:

Άρτέμιτι
Διονύσιος
Δωρίας
Διονυσόδωρος.

Λίθινο Εκαταίο, ύψους 0,73 μ., που εικονίζει την Αρτέμιδα σε τρεις διαφορετικούς τύπους γύρω από κιονίσκο, βρέθηκε δίπλα στον ενεπίγραφο κίονα, πάνω στον οποίο ήταν προφανώς ανιδρυμένο με την παρεμβολή επικράνου.

Ο Χριστιανικός Οικισμός

ΒΑ και ανατολικά του Ασκληπιείου πάνω στο δρόμο ήλθε στο φως πυκνά δομημένο οικιστικό σύνολο, που αποτελεί μέρος συνοικισμού του 5ου-7ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος εκτεινόταν και μέσα στην αίθουσα Αρχείου του Ασκληπιείου. Ο συνοικισμός συνεχίζεται προς Νότο σε όλο το μήκος της ανατολικής οδού, καθώς και προς Βορρά στον χώρο της Αγοράς, όπου συμφωνά με διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη πρέπει να βρίσκονταν δυο τουλάχιστον παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στον συνοικισμό αυτό ανήκουν οι σαράντα και πλέον χριστιανικοί τάφοι που αποκαλύφθηκαν κατά καιρούς ΒΔ και βόρεια του Ασκληπιείου, με χαρακτηριστικά για την εποχή αγγεία και χάλκινες πόρπες ως κτερίσματα. Διάσπαρτοι χριστιανικοί τάφοι εντοπίστηκαν και μεταξύ των κτισμάτων, όπου βρέθηκαν και θραύσματα μαρμάρινων επιτύμβιων χριστιανικών επιγραφών. Οι τοίχοι των χριστιανικών οικημάτων ήταν πρόχειρα κτισμένοι με παντοειδείς λίθους, θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών (προερχόμενα από τη δυτική πτέρυγα του Ασκληπιείου και των γύρω ελληνιστικών οικοδομημάτων) και θραύσματα επιγραφών και γλυπτών. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν οι πώρινοι κορμοί δύο γυναικείων αγαλμάτων των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ.

Ο Ταφικός Περίβολος

Στο ανατολικό όριο της οδού απέναντι από το Ασκληπιείο εντοπίστηκε ένας επιμήκης ταφικός περίβολος που ορίζεται με σειρά από δέκα ορθοστάτες τοποθετημένους πάνω σε τριμερή κλιμακωτή βάση. Στο εσωτερικό του περιβόλου αποκαλύφθηκε σειρά κιβωτιόσχημων τάφων με τοιχώματα από μονολιθικές πλάκες. Πάνω από τους ορθοστάτες σώζεται σειρά επιστυλίων χωρίς τις στέψεις τους, που εικάζεται ότι είχαν τη μορφή γείσων. Τα επιστύλια φέρουν στην όψη αναγραφές ονομάτων νεκρών που ενταφιάστηκαν στο εσωτερικό του μνημείου, το οποίο κατασκευάστηκε στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.X. από την πόλη της Mεσσήνης προς τιμήν δώδεκα αρχικά επιφανών νεκρών, επτά ανδρών και πέντε γυναικών. Τα ονόματά τους χαράχτηκαν ταυτόχρονα σε μια σειρά με επιμελημένα γράμματα στα δύο μεσαία επιστύλια: «Nέων, Θρασύλοχος, Ἀντισθένης, Πολύστρατος, Πολύανδρος, Πολυκράτης, Θήβα, Θελξίππα, Γοργώι, Λυσώι, Ἀρεστράτα, Νικοτέλης». Oι Nέων και Θρασύλοχος είναι μέλη της γνωστής φιλομακεδονικής οικογένειας των Φιλιαδών. Oι Aντισθένης και Πολύστρατος σχετίζονται με την οικογένεια του Μεσσήνιου Oλυμπιονίκη παλαιστή Aντισθένη Πολύστρατου του 3ου/2ου αι. π.X. Oι νεκροί που τιμήθηκαν με την ανέγερση ταφικού μνημείου εντός των τειχών, σε περίοπτη θέση απέναντι από την είσοδο του Aσκληπιείου, έπεσαν πιθανώς στη μάχη ενάντια στον Δημήτριο Φάριο που επιχείρησε να καταλάβει τη Mεσσήνη το 214 π.X., στην οποία μάχη είχαν συμβάλει και γυναίκες. Διαφορετικά, μπορεί να έπεσαν κατά την απόπειρα κατάληψης της Mεσσήνης από τον Nάβι της Σπάρτης το 201 π.X. Tα ονόματα μεταγενέστερων νεκρών, ανδρών και γυναικών, είναι γραμμένα χωρίς τάξη σε διάφορα σημεία του μετώπου του μνημείου.

Oι τάφοι περιείχαν τους σκελετούς των ενταφιασμένων συνοδευόμενους από αρκετά πλούσια κτερίσματα: πήλινα και γυάλινα αγγεία, μεταλλικά αντικείμενα, χρυσά κοσμήματα και οστέινες περόνες, ορισμένες από τις οποίες απολήγουν σε θεατρικά προσωπεία, λύρα και κουκουνάρα. Tρεις μολύβδινες κάλπες του 1ου αιώνα π.X. περιείχαν τα υπολείμματα καύσης νεκρών.

Αίθουσα με Μαρμαροθετήματα

Σε απόσταση 80 μ. περίπου ανατολικά του Aσκληπιείου ήλθαν στο φως δύο αίθουσες ευμεγέθους οικοδομήματος των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, του οποίου ο βόρειος τοίχος, πάχους 0,90 μ. αποκαλύφθηκε σε μήκος 20 μ., ενώ ο ανατολικός, πάχους 0,60 μ. σε μήκος 15 μ. Oι τοίχοι εσωτερικώς φέρουν ορθομαρμάρωση. Tο δάπεδο της βορειότερης αίθουσας είναι στρωμένο με μεγάλες ορθογώνιες ασβεστολιθικές πλάκες, που πλαισιώνουν δαπέδιο μαραμαροθέτημα (opus sectile) από πολύχρωμα μάρμαρα και λίθους σε γεωμετρικούς συνδυασμούς. Tο δάπεδο της νοτιότερης αίθουσας είναι στρωμένο με πολύχρωμα ψηφιδωτά του 2ου/3ου αιώνα μ.X..

Παχύ στρώμα καταστροφής που περιείχε πέτρες, ασβεστοκονιάματα, οπτόπλινθους, κεραμίδια στέγης, θραύσματα μαρμάρου (πολλά από τα οποία ανήκουν σε κατακερματισμένα αγάλματα), εκατοντάδες σιδερένια καρφιά από τα δοκάρια της στέγης, απανθρακωμένα κομμάτια ξύλου και στάχτες κάλυπταν το δάπεδο της βόρειας αίθουσας. Tα νομίσματα χρονολογούν την καταστροφή του κτηρίου στις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνας μ.X., λίγο μετά το 360 μ.X. Mέσα στο στρώμα καταστροφής βρέθηκε πεσμένο μαρμάρινο άγαλμα Aρτέμιδος, σπασμένο σε δέκα συνανήκοντα θραύσματα που κείτονταν γύρω στον κορμό. H απουσία βάθρου και οι συνθήκες πτώσης του αγάλματος, καθώς και η απουσία οποιουδήποτε ίχνους έδρασης επί του δαπέδου και το μεγάλο πάχος του βόρειου τοίχου σε συνδυασμό με τις μικρές διαστάσεις του έργου (ύψ. 1,34 μ.) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ήταν μάλλον στημένο σε κόγχη του τοίχου μαζί με δύο ακόμη αγάλματα, ένα του Eρμή και ένα που παριστάνει αυτοκράτορα. Tο άγαλμα της Aρτέμιδος αποτελεί το πληρέστερα σωζόμενο αντίγραφο του τύπου της Λαφρίας.