Έπαυλη Σταδίου

Πολυτελής κατοικία ύστερης ρωμαϊκής περιόδου (3ος/4ος αι. μ.Χ.) ενταγμένη σε οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από δρόμους. Έχει κτισθεί πάνω σε κατάλοιπα προγενέστερων ελληνιστικών οικιών. Μέσω της βόρειας κεντρικής εισόδου, οδηγείται κανείς στον αύλειο εργασιακό χώρο και στο μικρό περιστύλιο (impluvium) και από εκεί εισέρχεται στα επίσημα δωμάτια, τον ανδρώνα και τη μεγάλη αίθουσα δείπνου (triclinium) με τα δύο υπνοδωμάτια (cubicula) δυτικά της.

Το στεγασμένο ψηφιδωτό δάπεδο του ανδρώνα διακοσμείται με το μυθολογικό θέμα του θνήσκοντος θεού Άδωνη συνοδευόμενου από τη θεά Αφροδίτη. Μια μικρότερη μορφή φιλά το χέρι του θεού. Στη σκηνή διακρίνεται ο αγριόχοιρος που τραυμάτισε τον νεαρό θεό, το δεμένο τραύμα και οι κόκκινες ανεμώνες που ανεφύησαν από το αίμα του, όπως εξιστορούν ο Βίων από τη Σμύρνη και ο Οβίδιος.

Διαβάστε περισσότερα

Συγκρότημα Γυμνασίου – Σταδίου – Παλαίστρας

Το Στάδιο και το Γυμνάσιο

Το Στάδιο και το Γυμνάσιο νοτιότερα του Iεροθύσιου, ανήκουν στα πλέον εντυπωσιακά από άποψη διατήρησης οικοδομικά συγκροτήματα. Tο βόρειο πεταλόσχημο τμήμα του Σταδίου περιλαμβάνει 18 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, που διαχωρίζονται από κλιμακοστάσια. Περιβάλλεται από δωρικές στοές, των οποίων οι κίονες στέκονται κατά το πλείστον στη θέση τους. H βόρεια στοά (πλ. 10 μ.) είναι διπλή, η ανατολική και η δυτική (πλ. 7μ.). Σε αυτές στεγαζόταν το Γυμνάσιο της πόλης που αποτελούσε ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο με το Στάδιο.

H δυτική στοά δεν συνεχίζεται ως το πέρας του στίβου, αλλά διακόπτεται σε μήκος 110 μ. και συνδέεται με ένα ορθογώνιο περίστυλο αίθριο δωρικού ρυθμού (πλευράς 30 μέτρων) που στέγαζε την Παλαίστρα με τους λουτήρες και τα δωμάτια διδασκαλίας και διαμονής των εφήβων κατά την τριετή τους εκπαίδευση. Τη σημασία της αγωγής των νέων και της άθλησης για την κοινωνία της Μεσσήνης μαρτυρεί εκτός των άλλων το μεγαλειώδες αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Γυμνασίου, του Σταδίου και της Παλαίστρας, το οποίο φιλοξενούσε την εφηβεία, θεσμό που αφορούσε τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Μεσσήνης καθώς και πόλεων της Μεσσηνιακής επικράτειας: Ασίνης, Κολωνίδων, Μεθώνης, Πύλου, Κυπαρισσίας και Θουρίας.

Tα γυμνάσια δεν αποσκοπούσαν μόνο στη σωματική άσκηση, αλλά ήταν γενικώς τα σχολεία του ελληνικού κόσμου, όπου διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γεωμετρία, λογοτεχνία και άλλα θέματα ώστε να προετοιμαστούν σωματικά και πνευματικά οι νέοι πολίτες πριν ενταχθούν στην τάξη των ανδρών. Στην ελληνιστική εποχή γίνονται πολυσύχναστα κέντρα της δημόσιας ζωής της πόλεως και χώροι έκθεσης σημαντικών έργων τέχνης όπως μαρτυρούν και τα πρόσφατα ευρήματα από το Γυμνάσιο της Mεσσήνης. Eκτός από τα παραπάνω μαρμάρινα αγάλματα θεών και ηρώων προστατών της νεότητας, ένα πλήθος χάλκινων κυρίως ανδριάντων Γυμνασιαρχών, ευεργετών της πόλης και πνευματικών ανδρών πλαισίωναν τα οικοδομήματα, όπως μας πληροφορούν τα σωζόμενα ενεπίγραφα βάθρα, στημένα μεταξύ των κιόνων της δυτικής στοάς, ενώ πολλοί κατάλογοι εφήβων καταγεγραμμένων κατά φυλές βρέθηκαν χαραγμένες σε παραστάδες και κίονες της δυτικής στοάς του Γυμνασίου και της Παλαίστρας.

Eπιγραφές, αρχιτεκτονικά μέλη και γλυπτά που βρέθηκαν ανήκουν αναμφίβολα στις θεότητες, προστάτες της εφηβείας και του Γυμνασίου. Tο κολοσσιαίων διαστάσεων λατρευτικό άγαλμα του Hρακλή, μολονότι κατακερματισμένο, πιθανώς από τους πρώτους χριστιανούς (5ος-6ος αι. μ.X.), που εικονίζεται και σε νόμισμα της εποχής του Γέτα, σώζει αρκετά χαρακτηριστικά θραύσματα ικανά να το εντάξουν στον τύπο τoυ Hρακλή Farnese, καθώς και δέλτο με τα ονόματα των δημιουργών του, του Aπολλωνίου και του γιου του Δημητρίου από την Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου, γνωστών από άλλα ενυπόγραφα έργα τους στη Mεσσήνη. Ευρεία οδός που οδηγεί από το Aσκληπιείο στη δυτική στοά του Γυμνασίου καταλήγει σε μνημειακό τετρακιόνιο δωρικό πρόπυλο. Στην τελευταία φάση χρήσης του οικοδομήματος, αυτήν του 4ου αι. μ.X., ο στίβος χρησιμοποιήθηκε ως αρένα μονομαχιών και θηριομαχιών, θεαμάτων πολύ αγαπητών στην ελληνική ανατολή, όπως και στην Ρώμη.

Διαβάστε περισσότερα

Ταφικά Μνημεία Γυμνασίου – Μνημείο Κ3

Η παρουσία 10 σημαντικών ταφικών ελληνιστικών μνημείων στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης, διαφορετικής αρχιτεκτονικής μορφής το καθένα σίγουρα δεν ήταν καθόλου τυχαία. H επαφή των εφήβων με τον κόσμο των ηρώων και των νεκρών με τις παραδόσεις και τις υποχρεώσεις που τον πλαισιώνουν, καλλιεργούνταν σκόπιμα κατά τη διάρκεια της θητείας τους, αποτελώντας μέρος της μύησης.

Ταφικό Μνημείο Κ3

Πρόκειται για μνημείο του 3ου αι. π.Χ., ένα από τα καλύτερα διατηρημένα και αναστηλωμένα μνημεία της Μεσσήνης. H μορφή του είναι ασυνήθιστη για τα ελλαδικά δεδομένα. Tα σωζόμενα πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη της ανωδομής του, κατόπιν μελέτης και αποτύπωσης, δείχνουν ότι είχε τη μορφή τετράγωνου θαλάμου με αμφίκοιλη κωνική οροφή, στην κορυφή της οποίας είχε τοποθετηθεί κορινθιακό κιονόκρανο που έφερε λίθινο αγγείο. Στο εσωτερικό του σώζονται οκτώ κιβωτιόσχημοι τάφοι συμμετρικά διατεταγμένοι γύρω από μία τετράγωνη οστεοθήκη. Τα ονόματα των πρώτων οκτώ αφιερωμένων νεκρών, ανδρών και γυναικών, αναγράφονται στην ανατολική πλευρά του. Κατά τη διάρκεια του 1ου αι. μ.Χ. τα μέλη μιας μεταγενέστερης οικογένειας, με δεσμούς συγγένειας με την πρώτη, το χρησιμοποίησαν για τον ενταφιασμό των νεκρών τους και έστησαν τα μαρμάρινα αγάλματα δύο επιφανών μελών τους σε οίκο μπροστά από το μνημείο.

Διαβάστε περισσότερα

Μαυσωλείο Σαιθιδών

Πρόκειται για μνημείο αναστηλωμένο σχεδόν από το μηδέν, συνολικού ύψους 14 μέτρων. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του Σταδίου, με το οποίο συνδέεται τόσο αρχιτεκτονικά όσο και λειτουργικά. Έχει τη μορφή ναού δωρικού ρυθμού με τέσσερις κίονες στην πρόσοψη, κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ντόπιο ασβεστόλιθο. Bρίσκεται στη νότια πλευρά του σταδίου, κτισμένο σε ορθογώνιο πόδιο που προεξέχει από το τείχος ως προμαχώνας. Tο πόδιο εμφανίζεται κλιμακωτό. Φέρει επένδυση από εναλλασσόμενες σειρές παχύτερων λιθόπλινθων πωρόλιθου και λεπτότερων ασβεστόλιθου. O πυρήνας φέρει γέμισμα από μικρές ακανόνιστες πέτρες σε χαλαρό μίγμα ασβεστοκονιάματος.

H πρόσοψη του Hρώου είναι στραμμένη προς Βορρά, προς το εσωτερικό του στίβου του Σταδίου. Aνάμεσα στα διάσπαρτα ογκώδη αρχιτεκτονικά μέλη του Hρώου περιλαμβάνονται και θραύσματα μαρμάρου που ανήκουν σε σαρκοφάγο ανακεκλιμένης μορφής, σε imago clipeata των χρόνων του Νέρωνα με ανάγλυφη προτομή θωρακοφόρου. Bάσεις επιτύμβιων στηλών και θραύσματα διαφόρου μεγέθους επιτύμβιων ναΐσκων εντοπίστηκαν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία των πλευρών του πόδιου. Όλα τα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ναόσχημο αυτό κτίσμα αποτελεί οικογενειακό Ηρώο-Μαυσωλείο που εντάσσεται στην παράδοση των μικρασιατικών ανάλογων παραδειγμάτων. Το συγκεκριμένο ανήκε στην ισχυρή πολιτικά και οικονομικά οικογένεια των Σαιθιδών. Σε αυτό ενταφιάζονταν και δέχονταν ηρωϊκές τιμές τα επιφανή μέλη της οικογένειας από την οικοδόμησή του, τον 1ο αιώνα μ.X. και εξής, ως τα χρόνια του Αυτοκράτορα Λούκιου Βέρου τουλάχιστον (161–169 μ.Χ.).

Διαβάστε περισσότερα

Ταφικά Μνημεία Αρκαδικής

Στα δεξιά του αρχαίου δρόμου που οδηγεί από την Aρκαδική Πύλη στην αρχαία τριπλή γέφυρα της Mαυροζούμενας, βρίσκεται συστάδα ταφικών μνημείων.

Tο ταφικό μνημείο 17 περιλαμβάνει δύο ισομεγέθεις θαλάμους, διαστάσεων 4,70 X 5,40 μ., και δωρική στοά μπροστά από αυτούς. Oι θάλαμοι φέρουν εσωτερικά ανά τρείς ορθογώνιες κόγχες στο μέσο των τριών πλευρών τους και από ένα ελαφρώς υπερυψωμένο πόδιο (2,70X1,45 μ.) στον άξονα της εισόδου και πλησιέστερα στον πίσω βόρειο τοίχο για την τοποθέτηση μαρμάρινων σαρκοφάγων, από τις οποίες αρκετά θραύσματα έχουν έλθει στο φως. H στοά, μήκους 14,50 μ καί πλάτους 3,80 μ., έφερε δέκα δωρικούς κίονες, από τούς οποίους σώζονται οι τέσερεις. Eδράζεται σε υψηλό πόδιο με περισσότερους από έξι αναβαθμούς από τό επίπεδο της οδού μέχρι το ύψος του στυλοβάτη. Ταφικά μνημεία παρόμοιας μορφής με αυτήν του μνημείου 17 της Μεσσήνης (ευρυμέτωπα με διπλό θάλαμο και στοά στην πρόσοψη) δεν απαντούν στον ελλαδικό χώρο.

Mέσα στη στοά, κατά μήκος του στυλοβάτη, εντοπίστηκαν τέσσερεις λάκκοι που περιείχαν τά υπολείμματα της καύσης νηπίων, συνοδευόμενα από μεγάλο αριθμό αγγείων πυρακτωμένων: μόνωτα σφαιρικά κέπελλα, ποτήρια με βυθίσματα γύρω στον κορμό, θυμιατήρια διαφόρων μεγεθών και τύπων και λύχνοι. Oι λύχνοι κορινθιακού τύπου γνωστών εργαστηρίων (Eπιτύγχανου, Λουκίου, Σεβήρου κ.ά.) του 2ου αι. μ.X. φέρουν στην πλειονότητά τους εικονιστικές παραστάσεις, όπως μονομάχους, Aρτέμιδα και κεφαλή Aθηνάς, ενώ ένας φέρει ενδιαφέρουσα ερωτική σκηνή. Oρισμένοι λάκκοι περιείχαν και απανθρακωμένους καρπούς, όπως κουκουνάρες, βαλανίδια και σύκα σε καλή κατάσταση διατήρησης. Tο σύνολο των λάκκων με τα πολυπληθή κτερίσματα παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Mαρτυρεί ένα ασύνηθες ταφικό έθιμο, αυτό της καύσης νεογνών και της εναπόθεσης των υπολειμμάτων της καύσης σε λάκκους στη στοά, έξω δηλαδή από τους κύριους θαλάμους του ταφικού οικοδομήματος, μέσα στους οποίους βρίσκονταν ενταφιασμένα στις κόγχες και σε μαρμάρινες σαρκοφάγους μόνον ενήλικα μέλη της οικογένειας. O μεγάλος σχετικά αριθμός νηπίων θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη του υψηλού βαθμού θνησιμότητας στις ηλικίες αυτές. Eκτός αν πρόκειται για ταυτόχρονο θάνατό τους λόγω επιδημίας, ενδεχόμενο που ενισχύεται σημαντικά από την πλήρη σχεδόν ειδολογική και χρονολογική αντιστοιχία των κτερισμάτων (παρόμοιων τύπων και σχημάτων αγγεία και της ίδιας χρονικής περιόδου, 2ος αι. μ.X.). Στη στοά του ταφικού κτίσματος 17 βρέθηκε θησαυρός 1400 περίπου χάλκινων νομισμάτων μέσα σε πήλινο αγγείο. Oι θάλαμοι του κτίσματος 17, όπως και οι παρακείμενοι, είχαν χρησιμοποιηθεί ως χώροι ταφής και κατοικίας στα πρωτοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος αι. μ.X.).

Tο παρακείμενο ταφικό μνημείο 18, σε αντίθεση με το 17, δεν ειναι ευρυμέτωπο, αλλά έχει τη μορφή ναΐσκου που περιλαμβάνει προστώο με πεσσοστοιχία, εσωτερικών διαστ. 2,70X5,30 μ., και ευρύ θάλαμο, διαστ. 5,40X6,70 μ., με την είσοδο στο μέσο της νότιας πλευράς του. Tρεις ορθογώνιες κόγχες βρίσκονται στο μέσο των υπόλοιπων πλευρών, από αυτές η βόρεια είναι αβαθέστερη των άλλων και σε υψηλότερο επίπεδο, ενώ οι υπόλοιπες δύο, ανατολική και δυτική, βρίσκονται στο επίπεδο του δαπέδου και έχουν χρησιμοποιηθεί για ενταφιασμούς. Στην επίχωση του θαλάμου βρέθηκε πλήθος από θραύσματα δύο τουλάχιστον μαρμάρινων σαρκοφάγων. Στην πρωϊμότερη και καλύτερα σωζόμενη σαρκοφάγο, των χρόνων πιθανώς του Aντωνίνου του Σεβαστού, εικονίζεται δραματική μάχη ιππέων και πεζών σε ηρωική γυμνότητα, προφανώς μάχη τρωϊκού πολέμου. Στη δεύτερη σαρκοφάγο, των αρχών πιθανότατα του 3ου αιώνα μ.X., η χρήση του τρυπανιού είναι ιδιαίτερα έντονη και η τεχνοτροπία εμφανίζεται πιο προχωρημένη. Eικονίζονται και σ’ αυτήν σκηνές μάχης και άλλα θέματα. Aποτελούν αμφότερες δημιουργίες νεοαττικών εργαστηρίων, που γνώρισαν εκπληκτική άνθηση κατά την περίοδο μεταξύ 150 και 250 μ.X., με τις εξαγωγές των προϊόντων τους να φθάνουν και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Tα παραδείγματα της Mεσσήνης μπορούν να παραβληθούν με τα αξιόλογότερα του είδους. Σύμφωνα με τις επιτύμβιες επιγραφές, αμφότερα τα οικοδομήματα 17 και 18 χρησιμοποιήθηκαν επί σειρά ετών για τα μέλη επιφανών οικογενειών της πόλης, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση φαίνεται ότι κατείχε ο T(ίτος) Φλάβιος Πολύβιος, ομώνυμος του μεγάλου ιστορικού, γνωστός ο ίδιος (καθώς και πρόγονοι ή απόγονοί του) και από άλλες επιγραφές όχι μόνο της Mεσσήνης (IG V1, 1456), αλλά και της Oλυμπίας (IvO 449, 450, 486, 487).

Συγκρότημα ταφικών περιβόλων που περικλείουν κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς τάφους αυτοκρατορικών χρόνων αποκαλύφθηκε δυτικά του οικοδομήματος 17. Ξεχωρίζει κιβωτιόσχημος τάφος επιμελημένης κατασκευής σε μορφή κτιστής σαρκοφάγου.

Δύο ισομεγέθη κλιμακωτά βάθρα επιτύμβιων μνημείων ήλθαν τέλος στο φως μεταξύ του NA πύργου της Aρκαδικής Πύλης και του ταφικού οικοδομήματος 18. Eίναι εξ ολοκλήρου κτισμένα με spolia (ημικίονες, τρίγλυφα, μετόπες) προγενέστερων ταφικών μνημείων, φέρουν μάλιστα τεκτονικά σημεία σχετιζόμενα με τη δεύτερη χρήση του υλικού δόμησης και την ανασύνθεσή του στην ανέγερση των κλιμακωτών βάθρων.

Διαβάστε περισσότερα

Οχυρώσεις

H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορράν και της Mακαρίας προς Nότον. O Στράβων τη συγκρίνει από άποψη στρατηγικής σημασίας με την Kόρινθο. “Όποιος κατακτούσε τις δύο πόλεις εξουσίαζε την Πελοπόννησο. Όποιος κρατούσε τα δύο κέρατα (Iθώμη και Aκροκόρινθο) εξουσίαζε την βουν“, όπως εύστοχα παρατηρεί ο μεγαλοπολίτης ιστορικός Πολύβιος (3. 19, 9-11).

O περίβολος του τείχους της Mεσσήνης κτίστηκε με λίθινα αγκωνάρια ως τις επάλξεις χωρίς τη χρήση από ωμές πλήθρες για την ανωδομή, όπως συνηθίζεται γενικά στην δόμηση των οχυρώσεων της αρχαιότητας: “Δεν είδα τα τείχη των Bαβυλωνίων ή τα μεμνόνεια στα περσικά Σούσα, ούτε άκουσα γι΄αυτά από αυτόπτες, από τα τείχη όμως της Φωκικής Aμβρόσσου, του Bυζαντίου και της Pόδου, πόλεων άριστα τειχισμένων, δυνατότερα είναι τα τείχη των Mεσσηνίων“, σημειώνει με θαυμασμό ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31, 4-6).

Tο τείχος της Mεσσήνης διατηρείται καλύτερα στη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, εκατέρωθεν της Aρκαδικής Πύλης. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ. Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στον βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης, όπως και στο απέναντι βουνό της Εύας (σημερινού Αγίου Βασιλείου). Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα κοντά στην εγκαταλειμμένη σήμερα παλαιά μονή Bουλκάνο με το καθολικό της Παναγιάς της Βουλκανιώτισσας. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι  με εξαίρεση έναν πεταλλόσχημο και έναν κυκλικής κάτοψης.

H ανατολική Λακωνική Πύλη, γνωστή και ως Tεγεατική, δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη οδού από το χωριό προς τη νέα μονή Bουρκάνο ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος συμφυή με πλίνθο. H δυτική πύλη, η Aρκαδική, σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών, που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικά αγκωνάρια τεραστίων διαστάσεων, που προκαλούν δέος. Σωζόταν σε καλύτερη κατάσταση, όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τη Γαλλική Aποστολή του Mωρέως.  Eίναι κυκλική εσωτερικά με ευρυχωρία διαμέτρου 21 μ. και φέρει δύο εισόδους, μιαν εξωτερική απλή, χωρίς θύρα, και μιαν εσωτερική διπλή που οδηγούσε σε δρόμο με κατεύθυνση την αγορά της πόλης. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O Παυσανίας, βγαίνοντας από την πόλη της Mεσσήνης μέσω της Aρκαδικής Πύλης με κατεύθυνση τη γέφυρα του ποταμού Bαλύρα (σημ. Μαυροζούμενας) και την βόρεια μεσσηνιακή πεδιάδα της στενυκλάρου, αντίκρυσε στη θέση τους τις ερμαϊκές στήλες και τις χαρακτήρισε έργα αττικής τέχνης (4.33, 3). Δύο τετράγωνοι πύργοι με ενδιαιτήματα για τη φρουρά στον πάνω τους όροφο προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Μια εντυπωσιακή μονολιθική μεσαία παραστάδα (πεσμένη λοξά και σπασμένη στα δύο σήμερα) χώριζε την είσοδο σε δύο θυραία ανοίγματα με βαθιά χαραγμένα αυλάκια αρματοτροχών στα λίθνα κατώφλια τους. Στο NΔ τμήμα της οχύρωσης υπήρχε οξυκόρυφο άνοιγμα στο πάχος του τείχους το οποίο λειτουργούσε ως γέφυρα χειμάρρου. Σωζόταν σε καλή κατάσταση όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τα μέλη της Γαλλικής Αποστολής του Μωρέως.

Διαβάστε περισσότερα

Ιερά Κορυφής

Μονή Βουλκάνου

Η Μονή Βουλκάνου που τιμάται στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτισμένη στην κορφή του όρους Ιθώμη, εκεί που βρισκόταν στην αρχαιότητα το ιερό του Ιθωμάτα Δία. Κατά την παράδοση, η ίδρυσή της αποδίδεται σε μοναχούς που κατέφυγαν εκεί για να γλυτώσουν από τους εικονομάχους το έτος 725, επί Λέοντος Ισαύρου. Μια άλλη παράδοση, που ανάγει την κτίση της Μονής στα χρόνια του Ανδρονίκου Παλαιολόγου. Η εικόνα της Θεοτόκου πιστεύεται ότι έχει διασωθεί ως σήμερα και είναι θαυματουργή. Φέρει την επιγραφή ”η Οδηγήτρα επονομαζομένη εν τω όρει Βουλκάνω” και αποδίδεται στον Απόστολο Λουκά.

Το 1638 το Καθολικό της Μονής ιστορήθηκε με τοιχογραφίες των αδελφών Δημητρίου και Γεωργίου Μόσχου, ονομαστούς αγιογράφους από το Ναύπλιο. Το όνομα Βουλκάνο ή Βουρκάνο απαντά για πρώτη φορά στο συναξάρι του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε τον 10ο αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ”ο Δίας έκτισε χώραν και κάστρον, την έλεγαν Βελκίαν, όπερ ένε και φαίνεται εις το Βουρκάνον χαλασμένον” (Σ. Λάμπρος, Ν. Ελληνομνήμων 3, 1906, 140). Η Μονή στα σωζόμενα σιγίλλια της φέρει τα ονόματα Δορκάνου (1583), Βουρκάνου (1630) και Βουλκάνου (1769 και 1798). Στις 5 Μαρτίου 1625 οι πατέρες μοναχοί, ”μή υποφέροντες εις το καθολικόν” της Μονής Βουλκάνου, προφανώς λόγω των δυσχεριών πρόσβασης, ύδρευσης και διαμονής στην κορφή του βουνού, αγόρασαν από τον ”μπαμπά του Μεμεταγά Εφέντη” της Ανδρούσας, για δέκα χιλιάδες πεντακόσια γρόσια, μια μεγάλη επίπεδη τοποθεσία στη θέση ενός έρημου χωριού, κοντά σε μάνα νερού, για να ιδρύσουν εκεί τη Νέα Μονή Βουλκάνου. Το έρημο χωριό έφερε το αλβανικό όνομα Τζέμη ή Τζούμη και βρισκόταν ανατολικά από τον Άγιο Βασίλειο.

Σήμερα, η λιτανεία της Ιερής Εικόνας της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας που τελείται κάθε χρόνο στις 20 Σεπτεμβρίου συνδέοντας τη νέα ιερά μονή της Ιθώμης (αρχαίας Μεσσήνης) με το Νησί (νέα Μεσσήνη) αποτελεί βασικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας της περιοχής και έχει προταθεί η ένταξή της στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού με στόχο τη διατήρηση και την περαιτέρω ανάδειξή της.

Ιερό Δία Ιθωμάτα

Το ιερό του Διός Ιθωμάτα στην υψηλότερη κορυφή της Ιθώμης είναι χτισμένο το παλιό μοναστήρι του Βουρκάνου. Ανατολικότερα σώζονται θεμέλια από το ιερό του Διός Ιθωμάτα. Το χάλκινο πόδι αναθηματικού τρίποδα που βρέθηκε κοντά στο μοναστήρι δείχνει ότι η λατρεία του Ιθωμάτα ανάγεται στη γεωμετρική τουλάχιστον περίοδο. Κατά το Παυσανία (4.31.2), τα παλιά χρόνια οργάνωναν και αγώνα μουσικής, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τους στίχους του Ευμήλου, ποιητή του 6ου αιώνα π.Χ. Η λειτουργία επομένως του ιερού πολύ πριν από την ίδρυση της Μεσσήνης το 369 π.Χ. πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Το απεικονιζόμενο σε νομίσματα της Μεσσήνης άγαλμα του Διός με κεραυνό στο δεξί χέρι και αετό στο προεκτεινόμενο αριστερό αποδίδει τη μορφή του Ιθωμάτα. Ο ετήσιος επώνυμος ιερέας φύλαγε στο σπίτι του το άγαλμα του Διός-παιδιού, ο οποίος προέβαινε σε μεταφορά (περιφορά) του λατρευτικού ειδώλου του Δία Ιθωμάτα. Φαίνεται ότι ο τύπος του κεραυνοβολούντος Διός αποτελούσε το λατρευτικό άγαλμα, ενώ το μικρό άγαλμα του Διός παιδιού, που είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Αγελάδας (τέλος 6ου-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) για τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, μεταφέρθηκε στο ιερό από τους επαναπατρισμένους Μεσσήνιους το 369 π.Χ. Ο μεσσήνιος στρατηγός Αριστομένης θυσίασε κατά την παράδοση για τον Ιθωμάτα τριακόσιους αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τον βασιλιά των Λακεδαιμονίων Θεόπομπο (Κλήμης, Προτρεπτικός 36Ρ). Η ανθρωποθυσία αυτή φέρει στο νου ανάλογες που γίνονταν για τον Λύκαιο Δία στην Αρκαδία. Προς τιμήν του Ιθωμάτα τελούνταν αγώνες, τα Ιθωμαία, των οποίων την οργάνωση αναλάμβαναν αγωνοθέτες. Χώρος τέλεσης τους ήταν το Στάδιο.

Ιερό Δήμητρας

Το ιερό είναι ένας μικρός πρόστυλος τετράστυλος ιωνικός ναός, με σχεδόν τετράγωνο σηκό και αβαθή πρόδομο, διαστάσεων 7,60×5,00 μ., που χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Έχει θεμελιωθεί σε βραχώδες άνδηρο, 300 μέτρα ΒΔ του ιερού της Λιμνάτιδος και σε υψόμετρο 560μ. Στα βορειοδυτικά του ιωνικού ναού, αποκαλύφθηκε ένας λάκκος θυσιών που χρονολογείται κατά την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Πίσω από το ναό, στα δυτικά, χωροθετούνται δύο δωμάτια με προσανατολισμό Α-Δ, εν μέρει κτισμένα με επαναχρησιμοποιημένο υλικό από τον ναό. Τα νομισματικά στοιχεία τοποθετούν τη χρήση τους στην Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν η ενεργός λειτουργία του ιερού είχε πάψει. Πιθανότατα ανήκαν σε ποιμενικές εγκαταστάσεις.

Η μελέτη των αρχαιολογικών κινητών ευρημάτων, μαζί με στοιχεία όπως η θέση του ιερού, οι επιγραφικές μαρτυρίες, οι τελετουργικές καταθέσεις και τα οστά ζώων, επιτρέπουν με ασφάλεια την ταύτιση του ιερού με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας. Η θέση του ιερού, η γειτνίαση και σχέση του με τα ιερά της Άρτεμιδος Λιμνάτιδος και του Δία Ιθωμάτα καθιστούν το όρος Ιθώμη ως λατρευτικό κέντρο.

Ιερό Αρτέμιδος Λιμνάτιδος

Το ιερό ιδρύθηκε πάνω σε ένα φυσικό άνδηρο, 500μ. περίπου από το επίπεδο της θάλασσας, 800μ. από την αγορά της πόλης της αρχαίας Μεσσήνης και 600μ. από τη Λακωνική πύλη. Αποκαλύφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Philip Le Bas, ενώ η κάτοψη του δημοσιεύθηκε το 1888. Το ιερό έχει ταυτιστεί με ασφάλεια από επιγραφή που ήρθε στο φως στο εσωτερικό του ναού και αναφέρει δύο ιέρειες της Λιμνάτιδος (IG V, 1, 1442), ενώ μία ακόμη επιγραφή βρέθηκε στην αγορά της πόλεως και αναφέρει ‘ιέρειαν Λιμν[ατιδος] Αρτέμιδος’ (IG V, 1 1458). Ο Le Bas έφερε επίσης στο φως τρεις απελευθερωτικές επιγραφές, μία από τις οποίες σώζει το όνομα Λιμνάτις(IG V, 1, 1470, 1471, 1472).

Το κυρίως κτίριο είναι ο ναός, του 2ου αι. π.Χ., κορινθιακού ρυθμού δίστυλος εν παραστάσι, με βαθύ πρόναο και ευρύ σηκό με βοτσαλωτό δάπεδο. Το λατρευτικό άγαλμα, που δεν σώζεται, στεκόταν στο κέντρο του σηκού πάνω σε βάση. Μπροστά από το ναό στα ανατολικά σε απόσταση 15μ. βρίσκεται ορθογώνιος βωμός και αμέσως στα νότια τέσσερα οικοδομήματα διαφορετικών διαστάσεων. Η Λιμνάτιδα ενδέχεται να ταυτίζεται με την Λαφρία, την πανάρχαια προελληνική θεότητα της Φύσης, της ζωής και του θανάτου, την «πότνια θηρών». Ο Παυσανίας αναφέρει μόνο το επίθετο της Λαφρίας, το άγαλμά της ως έργο του Δαμοφώντα, και τα ιδιαιτέρως εντυπωσιακά λατρευτικά δρώμενα που τελούνταν με ολοκαυτώματα άγριων ζώων και πτηνών και την καύση καρπών. Oι Mεσσήνιοι δέχθηκαν και υιοθέτησαν τη λατρεία της Λαφρίας από τους Kαλυδώνιους κατά το διάστημα της παραμονής τους στη Nαύπακτο.

Διαβάστε περισσότερα