Μονή Βουλκάνου
Η Μονή Βουλκάνου που τιμάται στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτισμένη στην κορφή του όρους Ιθώμη, εκεί που βρισκόταν στην αρχαιότητα το ιερό του Ιθωμάτα Δία. Κατά την παράδοση, η ίδρυσή της αποδίδεται σε μοναχούς που κατέφυγαν εκεί για να γλυτώσουν από τους εικονομάχους το έτος 725, επί Λέοντος Ισαύρου. Μια άλλη παράδοση, που ανάγει την κτίση της Μονής στα χρόνια του Ανδρονίκου Παλαιολόγου. Η εικόνα της Θεοτόκου πιστεύεται ότι έχει διασωθεί ως σήμερα και είναι θαυματουργή. Φέρει την επιγραφή ”η Οδηγήτρα επονομαζομένη εν τω όρει Βουλκάνω” και αποδίδεται στον Απόστολο Λουκά.
Το 1638 το Καθολικό της Μονής ιστορήθηκε με τοιχογραφίες των αδελφών Δημητρίου και Γεωργίου Μόσχου, ονομαστούς αγιογράφους από το Ναύπλιο. Το όνομα Βουλκάνο ή Βουρκάνο απαντά για πρώτη φορά στο συναξάρι του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε τον 10ο αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ”ο Δίας έκτισε χώραν και κάστρον, την έλεγαν Βελκίαν, όπερ ένε και φαίνεται εις το Βουρκάνον χαλασμένον” (Σ. Λάμπρος, Ν. Ελληνομνήμων 3, 1906, 140). Η Μονή στα σωζόμενα σιγίλλια της φέρει τα ονόματα Δορκάνου (1583), Βουρκάνου (1630) και Βουλκάνου (1769 και 1798). Στις 5 Μαρτίου 1625 οι πατέρες μοναχοί, ”μή υποφέροντες εις το καθολικόν” της Μονής Βουλκάνου, προφανώς λόγω των δυσχεριών πρόσβασης, ύδρευσης και διαμονής στην κορφή του βουνού, αγόρασαν από τον ”μπαμπά του Μεμεταγά Εφέντη” της Ανδρούσας, για δέκα χιλιάδες πεντακόσια γρόσια, μια μεγάλη επίπεδη τοποθεσία στη θέση ενός έρημου χωριού, κοντά σε μάνα νερού, για να ιδρύσουν εκεί τη Νέα Μονή Βουλκάνου. Το έρημο χωριό έφερε το αλβανικό όνομα Τζέμη ή Τζούμη και βρισκόταν ανατολικά από τον Άγιο Βασίλειο.
Σήμερα, η λιτανεία της Ιερής Εικόνας της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας που τελείται κάθε χρόνο στις 20 Σεπτεμβρίου συνδέοντας τη νέα ιερά μονή της Ιθώμης (αρχαίας Μεσσήνης) με το Νησί (νέα Μεσσήνη) αποτελεί βασικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας της περιοχής και έχει προταθεί η ένταξή της στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού με στόχο τη διατήρηση και την περαιτέρω ανάδειξή της.
Ιερό Δία Ιθωμάτα
Το ιερό του Διός Ιθωμάτα στην υψηλότερη κορυφή της Ιθώμης είναι χτισμένο το παλιό μοναστήρι του Βουρκάνου. Ανατολικότερα σώζονται θεμέλια από το ιερό του Διός Ιθωμάτα. Το χάλκινο πόδι αναθηματικού τρίποδα που βρέθηκε κοντά στο μοναστήρι δείχνει ότι η λατρεία του Ιθωμάτα ανάγεται στη γεωμετρική τουλάχιστον περίοδο. Κατά το Παυσανία (4.31.2), τα παλιά χρόνια οργάνωναν και αγώνα μουσικής, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τους στίχους του Ευμήλου, ποιητή του 6ου αιώνα π.Χ. Η λειτουργία επομένως του ιερού πολύ πριν από την ίδρυση της Μεσσήνης το 369 π.Χ. πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Το απεικονιζόμενο σε νομίσματα της Μεσσήνης άγαλμα του Διός με κεραυνό στο δεξί χέρι και αετό στο προεκτεινόμενο αριστερό αποδίδει τη μορφή του Ιθωμάτα. Ο ετήσιος επώνυμος ιερέας φύλαγε στο σπίτι του το άγαλμα του Διός-παιδιού, ο οποίος προέβαινε σε μεταφορά (περιφορά) του λατρευτικού ειδώλου του Δία Ιθωμάτα. Φαίνεται ότι ο τύπος του κεραυνοβολούντος Διός αποτελούσε το λατρευτικό άγαλμα, ενώ το μικρό άγαλμα του Διός παιδιού, που είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Αγελάδας (τέλος 6ου-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) για τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, μεταφέρθηκε στο ιερό από τους επαναπατρισμένους Μεσσήνιους το 369 π.Χ. Ο μεσσήνιος στρατηγός Αριστομένης θυσίασε κατά την παράδοση για τον Ιθωμάτα τριακόσιους αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τον βασιλιά των Λακεδαιμονίων Θεόπομπο (Κλήμης, Προτρεπτικός 36Ρ). Η ανθρωποθυσία αυτή φέρει στο νου ανάλογες που γίνονταν για τον Λύκαιο Δία στην Αρκαδία. Προς τιμήν του Ιθωμάτα τελούνταν αγώνες, τα Ιθωμαία, των οποίων την οργάνωση αναλάμβαναν αγωνοθέτες. Χώρος τέλεσης τους ήταν το Στάδιο.
Ιερό Δήμητρας
Το ιερό είναι ένας μικρός πρόστυλος τετράστυλος ιωνικός ναός, με σχεδόν τετράγωνο σηκό και αβαθή πρόδομο, διαστάσεων 7,60×5,00 μ., που χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Έχει θεμελιωθεί σε βραχώδες άνδηρο, 300 μέτρα ΒΔ του ιερού της Λιμνάτιδος και σε υψόμετρο 560μ. Στα βορειοδυτικά του ιωνικού ναού, αποκαλύφθηκε ένας λάκκος θυσιών που χρονολογείται κατά την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Πίσω από το ναό, στα δυτικά, χωροθετούνται δύο δωμάτια με προσανατολισμό Α-Δ, εν μέρει κτισμένα με επαναχρησιμοποιημένο υλικό από τον ναό. Τα νομισματικά στοιχεία τοποθετούν τη χρήση τους στην Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν η ενεργός λειτουργία του ιερού είχε πάψει. Πιθανότατα ανήκαν σε ποιμενικές εγκαταστάσεις.
Η μελέτη των αρχαιολογικών κινητών ευρημάτων, μαζί με στοιχεία όπως η θέση του ιερού, οι επιγραφικές μαρτυρίες, οι τελετουργικές καταθέσεις και τα οστά ζώων, επιτρέπουν με ασφάλεια την ταύτιση του ιερού με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας. Η θέση του ιερού, η γειτνίαση και σχέση του με τα ιερά της Άρτεμιδος Λιμνάτιδος και του Δία Ιθωμάτα καθιστούν το όρος Ιθώμη ως λατρευτικό κέντρο.
Ιερό Αρτέμιδος Λιμνάτιδος
Το ιερό ιδρύθηκε πάνω σε ένα φυσικό άνδηρο, 500μ. περίπου από το επίπεδο της θάλασσας, 800μ. από την αγορά της πόλης της αρχαίας Μεσσήνης και 600μ. από τη Λακωνική πύλη. Αποκαλύφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Philip Le Bas, ενώ η κάτοψη του δημοσιεύθηκε το 1888. Το ιερό έχει ταυτιστεί με ασφάλεια από επιγραφή που ήρθε στο φως στο εσωτερικό του ναού και αναφέρει δύο ιέρειες της Λιμνάτιδος (IG V, 1, 1442), ενώ μία ακόμη επιγραφή βρέθηκε στην αγορά της πόλεως και αναφέρει ‘ιέρειαν Λιμν[ατιδος] Αρτέμιδος’ (IG V, 1 1458). Ο Le Bas έφερε επίσης στο φως τρεις απελευθερωτικές επιγραφές, μία από τις οποίες σώζει το όνομα Λιμνάτις(IG V, 1, 1470, 1471, 1472).
Το κυρίως κτίριο είναι ο ναός, του 2ου αι. π.Χ., κορινθιακού ρυθμού δίστυλος εν παραστάσι, με βαθύ πρόναο και ευρύ σηκό με βοτσαλωτό δάπεδο. Το λατρευτικό άγαλμα, που δεν σώζεται, στεκόταν στο κέντρο του σηκού πάνω σε βάση. Μπροστά από το ναό στα ανατολικά σε απόσταση 15μ. βρίσκεται ορθογώνιος βωμός και αμέσως στα νότια τέσσερα οικοδομήματα διαφορετικών διαστάσεων. Η Λιμνάτιδα ενδέχεται να ταυτίζεται με την Λαφρία, την πανάρχαια προελληνική θεότητα της Φύσης, της ζωής και του θανάτου, την «πότνια θηρών». Ο Παυσανίας αναφέρει μόνο το επίθετο της Λαφρίας, το άγαλμά της ως έργο του Δαμοφώντα, και τα ιδιαιτέρως εντυπωσιακά λατρευτικά δρώμενα που τελούνταν με ολοκαυτώματα άγριων ζώων και πτηνών και την καύση καρπών. Oι Mεσσήνιοι δέχθηκαν και υιοθέτησαν τη λατρεία της Λαφρίας από τους Kαλυδώνιους κατά το διάστημα της παραμονής τους στη Nαύπακτο.