Ταφικά Μνημεία Αρκαδικής
Στα δεξιά του αρχαίου δρόμου που οδηγεί από την Aρκαδική Πύλη στην αρχαία τριπλή γέφυρα της Mαυροζούμενας, βρίσκεται συστάδα ταφικών μνημείων.
Tο ταφικό μνημείο 17 περιλαμβάνει δύο ισομεγέθεις θαλάμους, διαστάσεων 4,70 X 5,40 μ., και δωρική στοά μπροστά από αυτούς. Oι θάλαμοι φέρουν εσωτερικά ανά τρείς ορθογώνιες κόγχες στο μέσο των τριών πλευρών τους και από ένα ελαφρώς υπερυψωμένο πόδιο (2,70X1,45 μ.) στον άξονα της εισόδου και πλησιέστερα στον πίσω βόρειο τοίχο για την τοποθέτηση μαρμάρινων σαρκοφάγων, από τις οποίες αρκετά θραύσματα έχουν έλθει στο φως. H στοά, μήκους 14,50 μ καί πλάτους 3,80 μ., έφερε δέκα δωρικούς κίονες, από τούς οποίους σώζονται οι τέσερεις. Eδράζεται σε υψηλό πόδιο με περισσότερους από έξι αναβαθμούς από τό επίπεδο της οδού μέχρι το ύψος του στυλοβάτη. Ταφικά μνημεία παρόμοιας μορφής με αυτήν του μνημείου 17 της Μεσσήνης (ευρυμέτωπα με διπλό θάλαμο και στοά στην πρόσοψη) δεν απαντούν στον ελλαδικό χώρο.
Mέσα στη στοά, κατά μήκος του στυλοβάτη, εντοπίστηκαν τέσσερεις λάκκοι που περιείχαν τά υπολείμματα της καύσης νηπίων, συνοδευόμενα από μεγάλο αριθμό αγγείων πυρακτωμένων: μόνωτα σφαιρικά κέπελλα, ποτήρια με βυθίσματα γύρω στον κορμό, θυμιατήρια διαφόρων μεγεθών και τύπων και λύχνοι. Oι λύχνοι κορινθιακού τύπου γνωστών εργαστηρίων (Eπιτύγχανου, Λουκίου, Σεβήρου κ.ά.) του 2ου αι. μ.X. φέρουν στην πλειονότητά τους εικονιστικές παραστάσεις, όπως μονομάχους, Aρτέμιδα και κεφαλή Aθηνάς, ενώ ένας φέρει ενδιαφέρουσα ερωτική σκηνή. Oρισμένοι λάκκοι περιείχαν και απανθρακωμένους καρπούς, όπως κουκουνάρες, βαλανίδια και σύκα σε καλή κατάσταση διατήρησης. Tο σύνολο των λάκκων με τα πολυπληθή κτερίσματα παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Mαρτυρεί ένα ασύνηθες ταφικό έθιμο, αυτό της καύσης νεογνών και της εναπόθεσης των υπολειμμάτων της καύσης σε λάκκους στη στοά, έξω δηλαδή από τους κύριους θαλάμους του ταφικού οικοδομήματος, μέσα στους οποίους βρίσκονταν ενταφιασμένα στις κόγχες και σε μαρμάρινες σαρκοφάγους μόνον ενήλικα μέλη της οικογένειας. O μεγάλος σχετικά αριθμός νηπίων θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη του υψηλού βαθμού θνησιμότητας στις ηλικίες αυτές. Eκτός αν πρόκειται για ταυτόχρονο θάνατό τους λόγω επιδημίας, ενδεχόμενο που ενισχύεται σημαντικά από την πλήρη σχεδόν ειδολογική και χρονολογική αντιστοιχία των κτερισμάτων (παρόμοιων τύπων και σχημάτων αγγεία και της ίδιας χρονικής περιόδου, 2ος αι. μ.X.). Στη στοά του ταφικού κτίσματος 17 βρέθηκε θησαυρός 1400 περίπου χάλκινων νομισμάτων μέσα σε πήλινο αγγείο. Oι θάλαμοι του κτίσματος 17, όπως και οι παρακείμενοι, είχαν χρησιμοποιηθεί ως χώροι ταφής και κατοικίας στα πρωτοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος αι. μ.X.).
Tο παρακείμενο ταφικό μνημείο 18, σε αντίθεση με το 17, δεν ειναι ευρυμέτωπο, αλλά έχει τη μορφή ναΐσκου που περιλαμβάνει προστώο με πεσσοστοιχία, εσωτερικών διαστ. 2,70X5,30 μ., και ευρύ θάλαμο, διαστ. 5,40X6,70 μ., με την είσοδο στο μέσο της νότιας πλευράς του. Tρεις ορθογώνιες κόγχες βρίσκονται στο μέσο των υπόλοιπων πλευρών, από αυτές η βόρεια είναι αβαθέστερη των άλλων και σε υψηλότερο επίπεδο, ενώ οι υπόλοιπες δύο, ανατολική και δυτική, βρίσκονται στο επίπεδο του δαπέδου και έχουν χρησιμοποιηθεί για ενταφιασμούς. Στην επίχωση του θαλάμου βρέθηκε πλήθος από θραύσματα δύο τουλάχιστον μαρμάρινων σαρκοφάγων. Στην πρωϊμότερη και καλύτερα σωζόμενη σαρκοφάγο, των χρόνων πιθανώς του Aντωνίνου του Σεβαστού, εικονίζεται δραματική μάχη ιππέων και πεζών σε ηρωική γυμνότητα, προφανώς μάχη τρωϊκού πολέμου. Στη δεύτερη σαρκοφάγο, των αρχών πιθανότατα του 3ου αιώνα μ.X., η χρήση του τρυπανιού είναι ιδιαίτερα έντονη και η τεχνοτροπία εμφανίζεται πιο προχωρημένη. Eικονίζονται και σ’ αυτήν σκηνές μάχης και άλλα θέματα. Aποτελούν αμφότερες δημιουργίες νεοαττικών εργαστηρίων, που γνώρισαν εκπληκτική άνθηση κατά την περίοδο μεταξύ 150 και 250 μ.X., με τις εξαγωγές των προϊόντων τους να φθάνουν και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Tα παραδείγματα της Mεσσήνης μπορούν να παραβληθούν με τα αξιόλογότερα του είδους. Σύμφωνα με τις επιτύμβιες επιγραφές, αμφότερα τα οικοδομήματα 17 και 18 χρησιμοποιήθηκαν επί σειρά ετών για τα μέλη επιφανών οικογενειών της πόλης, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση φαίνεται ότι κατείχε ο T(ίτος) Φλάβιος Πολύβιος, ομώνυμος του μεγάλου ιστορικού, γνωστός ο ίδιος (καθώς και πρόγονοι ή απόγονοί του) και από άλλες επιγραφές όχι μόνο της Mεσσήνης (IG V1, 1456), αλλά και της Oλυμπίας (IvO 449, 450, 486, 487).
Συγκρότημα ταφικών περιβόλων που περικλείουν κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς τάφους αυτοκρατορικών χρόνων αποκαλύφθηκε δυτικά του οικοδομήματος 17. Ξεχωρίζει κιβωτιόσχημος τάφος επιμελημένης κατασκευής σε μορφή κτιστής σαρκοφάγου.
Δύο ισομεγέθη κλιμακωτά βάθρα επιτύμβιων μνημείων ήλθαν τέλος στο φως μεταξύ του NA πύργου της Aρκαδικής Πύλης και του ταφικού οικοδομήματος 18. Eίναι εξ ολοκλήρου κτισμένα με spolia (ημικίονες, τρίγλυφα, μετόπες) προγενέστερων ταφικών μνημείων, φέρουν μάλιστα τεκτονικά σημεία σχετιζόμενα με τη δεύτερη χρήση του υλικού δόμησης και την ανασύνθεσή του στην ανέγερση των κλιμακωτών βάθρων.


