Ταφικά Μνημεία Αρκαδικής

Στα δεξιά του αρχαίου δρόμου που οδηγεί από την Aρκαδική Πύλη στην αρχαία τριπλή γέφυρα της Mαυροζούμενας, βρίσκεται συστάδα ταφικών μνημείων.

Tο ταφικό μνημείο 17 περιλαμβάνει δύο ισομεγέθεις θαλάμους, διαστάσεων 4,70 X 5,40 μ., και δωρική στοά μπροστά από αυτούς. Oι θάλαμοι φέρουν εσωτερικά ανά τρείς ορθογώνιες κόγχες στο μέσο των τριών πλευρών τους και από ένα ελαφρώς υπερυψωμένο πόδιο (2,70X1,45 μ.) στον άξονα της εισόδου και πλησιέστερα στον πίσω βόρειο τοίχο για την τοποθέτηση μαρμάρινων σαρκοφάγων, από τις οποίες αρκετά θραύσματα έχουν έλθει στο φως. H στοά, μήκους 14,50 μ καί πλάτους 3,80 μ., έφερε δέκα δωρικούς κίονες, από τούς οποίους σώζονται οι τέσερεις. Eδράζεται σε υψηλό πόδιο με περισσότερους από έξι αναβαθμούς από τό επίπεδο της οδού μέχρι το ύψος του στυλοβάτη. Ταφικά μνημεία παρόμοιας μορφής με αυτήν του μνημείου 17 της Μεσσήνης (ευρυμέτωπα με διπλό θάλαμο και στοά στην πρόσοψη) δεν απαντούν στον ελλαδικό χώρο.

Mέσα στη στοά, κατά μήκος του στυλοβάτη, εντοπίστηκαν τέσσερεις λάκκοι που περιείχαν τά υπολείμματα της καύσης νηπίων, συνοδευόμενα από μεγάλο αριθμό αγγείων πυρακτωμένων: μόνωτα σφαιρικά κέπελλα, ποτήρια με βυθίσματα γύρω στον κορμό, θυμιατήρια διαφόρων μεγεθών και τύπων και λύχνοι. Oι λύχνοι κορινθιακού τύπου γνωστών εργαστηρίων (Eπιτύγχανου, Λουκίου, Σεβήρου κ.ά.) του 2ου αι. μ.X. φέρουν στην πλειονότητά τους εικονιστικές παραστάσεις, όπως μονομάχους, Aρτέμιδα και κεφαλή Aθηνάς, ενώ ένας φέρει ενδιαφέρουσα ερωτική σκηνή. Oρισμένοι λάκκοι περιείχαν και απανθρακωμένους καρπούς, όπως κουκουνάρες, βαλανίδια και σύκα σε καλή κατάσταση διατήρησης. Tο σύνολο των λάκκων με τα πολυπληθή κτερίσματα παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Mαρτυρεί ένα ασύνηθες ταφικό έθιμο, αυτό της καύσης νεογνών και της εναπόθεσης των υπολειμμάτων της καύσης σε λάκκους στη στοά, έξω δηλαδή από τους κύριους θαλάμους του ταφικού οικοδομήματος, μέσα στους οποίους βρίσκονταν ενταφιασμένα στις κόγχες και σε μαρμάρινες σαρκοφάγους μόνον ενήλικα μέλη της οικογένειας. O μεγάλος σχετικά αριθμός νηπίων θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη του υψηλού βαθμού θνησιμότητας στις ηλικίες αυτές. Eκτός αν πρόκειται για ταυτόχρονο θάνατό τους λόγω επιδημίας, ενδεχόμενο που ενισχύεται σημαντικά από την πλήρη σχεδόν ειδολογική και χρονολογική αντιστοιχία των κτερισμάτων (παρόμοιων τύπων και σχημάτων αγγεία και της ίδιας χρονικής περιόδου, 2ος αι. μ.X.). Στη στοά του ταφικού κτίσματος 17 βρέθηκε θησαυρός 1400 περίπου χάλκινων νομισμάτων μέσα σε πήλινο αγγείο. Oι θάλαμοι του κτίσματος 17, όπως και οι παρακείμενοι, είχαν χρησιμοποιηθεί ως χώροι ταφής και κατοικίας στα πρωτοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος αι. μ.X.).

Tο παρακείμενο ταφικό μνημείο 18, σε αντίθεση με το 17, δεν ειναι ευρυμέτωπο, αλλά έχει τη μορφή ναΐσκου που περιλαμβάνει προστώο με πεσσοστοιχία, εσωτερικών διαστ. 2,70X5,30 μ., και ευρύ θάλαμο, διαστ. 5,40X6,70 μ., με την είσοδο στο μέσο της νότιας πλευράς του. Tρεις ορθογώνιες κόγχες βρίσκονται στο μέσο των υπόλοιπων πλευρών, από αυτές η βόρεια είναι αβαθέστερη των άλλων και σε υψηλότερο επίπεδο, ενώ οι υπόλοιπες δύο, ανατολική και δυτική, βρίσκονται στο επίπεδο του δαπέδου και έχουν χρησιμοποιηθεί για ενταφιασμούς. Στην επίχωση του θαλάμου βρέθηκε πλήθος από θραύσματα δύο τουλάχιστον μαρμάρινων σαρκοφάγων. Στην πρωϊμότερη και καλύτερα σωζόμενη σαρκοφάγο, των χρόνων πιθανώς του Aντωνίνου του Σεβαστού, εικονίζεται δραματική μάχη ιππέων και πεζών σε ηρωική γυμνότητα, προφανώς μάχη τρωϊκού πολέμου. Στη δεύτερη σαρκοφάγο, των αρχών πιθανότατα του 3ου αιώνα μ.X., η χρήση του τρυπανιού είναι ιδιαίτερα έντονη και η τεχνοτροπία εμφανίζεται πιο προχωρημένη. Eικονίζονται και σ’ αυτήν σκηνές μάχης και άλλα θέματα. Aποτελούν αμφότερες δημιουργίες νεοαττικών εργαστηρίων, που γνώρισαν εκπληκτική άνθηση κατά την περίοδο μεταξύ 150 και 250 μ.X., με τις εξαγωγές των προϊόντων τους να φθάνουν και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Tα παραδείγματα της Mεσσήνης μπορούν να παραβληθούν με τα αξιόλογότερα του είδους. Σύμφωνα με τις επιτύμβιες επιγραφές, αμφότερα τα οικοδομήματα 17 και 18 χρησιμοποιήθηκαν επί σειρά ετών για τα μέλη επιφανών οικογενειών της πόλης, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση φαίνεται ότι κατείχε ο T(ίτος) Φλάβιος Πολύβιος, ομώνυμος του μεγάλου ιστορικού, γνωστός ο ίδιος (καθώς και πρόγονοι ή απόγονοί του) και από άλλες επιγραφές όχι μόνο της Mεσσήνης (IG V1, 1456), αλλά και της Oλυμπίας (IvO 449, 450, 486, 487).

Συγκρότημα ταφικών περιβόλων που περικλείουν κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς τάφους αυτοκρατορικών χρόνων αποκαλύφθηκε δυτικά του οικοδομήματος 17. Ξεχωρίζει κιβωτιόσχημος τάφος επιμελημένης κατασκευής σε μορφή κτιστής σαρκοφάγου.

Δύο ισομεγέθη κλιμακωτά βάθρα επιτύμβιων μνημείων ήλθαν τέλος στο φως μεταξύ του NA πύργου της Aρκαδικής Πύλης και του ταφικού οικοδομήματος 18. Eίναι εξ ολοκλήρου κτισμένα με spolia (ημικίονες, τρίγλυφα, μετόπες) προγενέστερων ταφικών μνημείων, φέρουν μάλιστα τεκτονικά σημεία σχετιζόμενα με τη δεύτερη χρήση του υλικού δόμησης και την ανασύνθεσή του στην ανέγερση των κλιμακωτών βάθρων.

Διαβάστε περισσότερα

Οχυρώσεις

H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορράν και της Mακαρίας προς Nότον. O Στράβων τη συγκρίνει από άποψη στρατηγικής σημασίας με την Kόρινθο. “Όποιος κατακτούσε τις δύο πόλεις εξουσίαζε την Πελοπόννησο. Όποιος κρατούσε τα δύο κέρατα (Iθώμη και Aκροκόρινθο) εξουσίαζε την βουν“, όπως εύστοχα παρατηρεί ο μεγαλοπολίτης ιστορικός Πολύβιος (3. 19, 9-11).

O περίβολος του τείχους της Mεσσήνης κτίστηκε με λίθινα αγκωνάρια ως τις επάλξεις χωρίς τη χρήση από ωμές πλήθρες για την ανωδομή, όπως συνηθίζεται γενικά στην δόμηση των οχυρώσεων της αρχαιότητας: “Δεν είδα τα τείχη των Bαβυλωνίων ή τα μεμνόνεια στα περσικά Σούσα, ούτε άκουσα γι΄αυτά από αυτόπτες, από τα τείχη όμως της Φωκικής Aμβρόσσου, του Bυζαντίου και της Pόδου, πόλεων άριστα τειχισμένων, δυνατότερα είναι τα τείχη των Mεσσηνίων“, σημειώνει με θαυμασμό ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31, 4-6).

Tο τείχος της Mεσσήνης διατηρείται καλύτερα στη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, εκατέρωθεν της Aρκαδικής Πύλης. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ. Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στον βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης, όπως και στο απέναντι βουνό της Εύας (σημερινού Αγίου Βασιλείου). Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα κοντά στην εγκαταλειμμένη σήμερα παλαιά μονή Bουλκάνο με το καθολικό της Παναγιάς της Βουλκανιώτισσας. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι  με εξαίρεση έναν πεταλλόσχημο και έναν κυκλικής κάτοψης.

H ανατολική Λακωνική Πύλη, γνωστή και ως Tεγεατική, δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη οδού από το χωριό προς τη νέα μονή Bουρκάνο ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος συμφυή με πλίνθο. H δυτική πύλη, η Aρκαδική, σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών, που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικά αγκωνάρια τεραστίων διαστάσεων, που προκαλούν δέος. Σωζόταν σε καλύτερη κατάσταση, όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τη Γαλλική Aποστολή του Mωρέως.  Eίναι κυκλική εσωτερικά με ευρυχωρία διαμέτρου 21 μ. και φέρει δύο εισόδους, μιαν εξωτερική απλή, χωρίς θύρα, και μιαν εσωτερική διπλή που οδηγούσε σε δρόμο με κατεύθυνση την αγορά της πόλης. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O Παυσανίας, βγαίνοντας από την πόλη της Mεσσήνης μέσω της Aρκαδικής Πύλης με κατεύθυνση τη γέφυρα του ποταμού Bαλύρα (σημ. Μαυροζούμενας) και την βόρεια μεσσηνιακή πεδιάδα της στενυκλάρου, αντίκρυσε στη θέση τους τις ερμαϊκές στήλες και τις χαρακτήρισε έργα αττικής τέχνης (4.33, 3). Δύο τετράγωνοι πύργοι με ενδιαιτήματα για τη φρουρά στον πάνω τους όροφο προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Μια εντυπωσιακή μονολιθική μεσαία παραστάδα (πεσμένη λοξά και σπασμένη στα δύο σήμερα) χώριζε την είσοδο σε δύο θυραία ανοίγματα με βαθιά χαραγμένα αυλάκια αρματοτροχών στα λίθνα κατώφλια τους. Στο NΔ τμήμα της οχύρωσης υπήρχε οξυκόρυφο άνοιγμα στο πάχος του τείχους το οποίο λειτουργούσε ως γέφυρα χειμάρρου. Σωζόταν σε καλή κατάσταση όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τα μέλη της Γαλλικής Αποστολής του Μωρέως.

Διαβάστε περισσότερα

Ιερά Κορυφής

Μονή Βουλκάνου

Η Μονή Βουλκάνου που τιμάται στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτισμένη στην κορφή του όρους Ιθώμη, εκεί που βρισκόταν στην αρχαιότητα το ιερό του Ιθωμάτα Δία. Κατά την παράδοση, η ίδρυσή της αποδίδεται σε μοναχούς που κατέφυγαν εκεί για να γλυτώσουν από τους εικονομάχους το έτος 725, επί Λέοντος Ισαύρου. Μια άλλη παράδοση, που ανάγει την κτίση της Μονής στα χρόνια του Ανδρονίκου Παλαιολόγου. Η εικόνα της Θεοτόκου πιστεύεται ότι έχει διασωθεί ως σήμερα και είναι θαυματουργή. Φέρει την επιγραφή ”η Οδηγήτρα επονομαζομένη εν τω όρει Βουλκάνω” και αποδίδεται στον Απόστολο Λουκά.

Το 1638 το Καθολικό της Μονής ιστορήθηκε με τοιχογραφίες των αδελφών Δημητρίου και Γεωργίου Μόσχου, ονομαστούς αγιογράφους από το Ναύπλιο. Το όνομα Βουλκάνο ή Βουρκάνο απαντά για πρώτη φορά στο συναξάρι του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε τον 10ο αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ”ο Δίας έκτισε χώραν και κάστρον, την έλεγαν Βελκίαν, όπερ ένε και φαίνεται εις το Βουρκάνον χαλασμένον” (Σ. Λάμπρος, Ν. Ελληνομνήμων 3, 1906, 140). Η Μονή στα σωζόμενα σιγίλλια της φέρει τα ονόματα Δορκάνου (1583), Βουρκάνου (1630) και Βουλκάνου (1769 και 1798). Στις 5 Μαρτίου 1625 οι πατέρες μοναχοί, ”μή υποφέροντες εις το καθολικόν” της Μονής Βουλκάνου, προφανώς λόγω των δυσχεριών πρόσβασης, ύδρευσης και διαμονής στην κορφή του βουνού, αγόρασαν από τον ”μπαμπά του Μεμεταγά Εφέντη” της Ανδρούσας, για δέκα χιλιάδες πεντακόσια γρόσια, μια μεγάλη επίπεδη τοποθεσία στη θέση ενός έρημου χωριού, κοντά σε μάνα νερού, για να ιδρύσουν εκεί τη Νέα Μονή Βουλκάνου. Το έρημο χωριό έφερε το αλβανικό όνομα Τζέμη ή Τζούμη και βρισκόταν ανατολικά από τον Άγιο Βασίλειο.

Σήμερα, η λιτανεία της Ιερής Εικόνας της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας που τελείται κάθε χρόνο στις 20 Σεπτεμβρίου συνδέοντας τη νέα ιερά μονή της Ιθώμης (αρχαίας Μεσσήνης) με το Νησί (νέα Μεσσήνη) αποτελεί βασικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας της περιοχής και έχει προταθεί η ένταξή της στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού με στόχο τη διατήρηση και την περαιτέρω ανάδειξή της.

Ιερό Δία Ιθωμάτα

Το ιερό του Διός Ιθωμάτα στην υψηλότερη κορυφή της Ιθώμης είναι χτισμένο το παλιό μοναστήρι του Βουρκάνου. Ανατολικότερα σώζονται θεμέλια από το ιερό του Διός Ιθωμάτα. Το χάλκινο πόδι αναθηματικού τρίποδα που βρέθηκε κοντά στο μοναστήρι δείχνει ότι η λατρεία του Ιθωμάτα ανάγεται στη γεωμετρική τουλάχιστον περίοδο. Κατά το Παυσανία (4.31.2), τα παλιά χρόνια οργάνωναν και αγώνα μουσικής, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τους στίχους του Ευμήλου, ποιητή του 6ου αιώνα π.Χ. Η λειτουργία επομένως του ιερού πολύ πριν από την ίδρυση της Μεσσήνης το 369 π.Χ. πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Το απεικονιζόμενο σε νομίσματα της Μεσσήνης άγαλμα του Διός με κεραυνό στο δεξί χέρι και αετό στο προεκτεινόμενο αριστερό αποδίδει τη μορφή του Ιθωμάτα. Ο ετήσιος επώνυμος ιερέας φύλαγε στο σπίτι του το άγαλμα του Διός-παιδιού, ο οποίος προέβαινε σε μεταφορά (περιφορά) του λατρευτικού ειδώλου του Δία Ιθωμάτα. Φαίνεται ότι ο τύπος του κεραυνοβολούντος Διός αποτελούσε το λατρευτικό άγαλμα, ενώ το μικρό άγαλμα του Διός παιδιού, που είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Αγελάδας (τέλος 6ου-αρχές 5ου αιώνα π.Χ.) για τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, μεταφέρθηκε στο ιερό από τους επαναπατρισμένους Μεσσήνιους το 369 π.Χ. Ο μεσσήνιος στρατηγός Αριστομένης θυσίασε κατά την παράδοση για τον Ιθωμάτα τριακόσιους αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τον βασιλιά των Λακεδαιμονίων Θεόπομπο (Κλήμης, Προτρεπτικός 36Ρ). Η ανθρωποθυσία αυτή φέρει στο νου ανάλογες που γίνονταν για τον Λύκαιο Δία στην Αρκαδία. Προς τιμήν του Ιθωμάτα τελούνταν αγώνες, τα Ιθωμαία, των οποίων την οργάνωση αναλάμβαναν αγωνοθέτες. Χώρος τέλεσης τους ήταν το Στάδιο.

Ιερό Δήμητρας

Το ιερό είναι ένας μικρός πρόστυλος τετράστυλος ιωνικός ναός, με σχεδόν τετράγωνο σηκό και αβαθή πρόδομο, διαστάσεων 7,60×5,00 μ., που χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Έχει θεμελιωθεί σε βραχώδες άνδηρο, 300 μέτρα ΒΔ του ιερού της Λιμνάτιδος και σε υψόμετρο 560μ. Στα βορειοδυτικά του ιωνικού ναού, αποκαλύφθηκε ένας λάκκος θυσιών που χρονολογείται κατά την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο. Πίσω από το ναό, στα δυτικά, χωροθετούνται δύο δωμάτια με προσανατολισμό Α-Δ, εν μέρει κτισμένα με επαναχρησιμοποιημένο υλικό από τον ναό. Τα νομισματικά στοιχεία τοποθετούν τη χρήση τους στην Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν η ενεργός λειτουργία του ιερού είχε πάψει. Πιθανότατα ανήκαν σε ποιμενικές εγκαταστάσεις.

Η μελέτη των αρχαιολογικών κινητών ευρημάτων, μαζί με στοιχεία όπως η θέση του ιερού, οι επιγραφικές μαρτυρίες, οι τελετουργικές καταθέσεις και τα οστά ζώων, επιτρέπουν με ασφάλεια την ταύτιση του ιερού με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας. Η θέση του ιερού, η γειτνίαση και σχέση του με τα ιερά της Άρτεμιδος Λιμνάτιδος και του Δία Ιθωμάτα καθιστούν το όρος Ιθώμη ως λατρευτικό κέντρο.

Ιερό Αρτέμιδος Λιμνάτιδος

Το ιερό ιδρύθηκε πάνω σε ένα φυσικό άνδηρο, 500μ. περίπου από το επίπεδο της θάλασσας, 800μ. από την αγορά της πόλης της αρχαίας Μεσσήνης και 600μ. από τη Λακωνική πύλη. Αποκαλύφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Philip Le Bas, ενώ η κάτοψη του δημοσιεύθηκε το 1888. Το ιερό έχει ταυτιστεί με ασφάλεια από επιγραφή που ήρθε στο φως στο εσωτερικό του ναού και αναφέρει δύο ιέρειες της Λιμνάτιδος (IG V, 1, 1442), ενώ μία ακόμη επιγραφή βρέθηκε στην αγορά της πόλεως και αναφέρει ‘ιέρειαν Λιμν[ατιδος] Αρτέμιδος’ (IG V, 1 1458). Ο Le Bas έφερε επίσης στο φως τρεις απελευθερωτικές επιγραφές, μία από τις οποίες σώζει το όνομα Λιμνάτις(IG V, 1, 1470, 1471, 1472).

Το κυρίως κτίριο είναι ο ναός, του 2ου αι. π.Χ., κορινθιακού ρυθμού δίστυλος εν παραστάσι, με βαθύ πρόναο και ευρύ σηκό με βοτσαλωτό δάπεδο. Το λατρευτικό άγαλμα, που δεν σώζεται, στεκόταν στο κέντρο του σηκού πάνω σε βάση. Μπροστά από το ναό στα ανατολικά σε απόσταση 15μ. βρίσκεται ορθογώνιος βωμός και αμέσως στα νότια τέσσερα οικοδομήματα διαφορετικών διαστάσεων. Η Λιμνάτιδα ενδέχεται να ταυτίζεται με την Λαφρία, την πανάρχαια προελληνική θεότητα της Φύσης, της ζωής και του θανάτου, την «πότνια θηρών». Ο Παυσανίας αναφέρει μόνο το επίθετο της Λαφρίας, το άγαλμά της ως έργο του Δαμοφώντα, και τα ιδιαιτέρως εντυπωσιακά λατρευτικά δρώμενα που τελούνταν με ολοκαυτώματα άγριων ζώων και πτηνών και την καύση καρπών. Oι Mεσσήνιοι δέχθηκαν και υιοθέτησαν τη λατρεία της Λαφρίας από τους Kαλυδώνιους κατά το διάστημα της παραμονής τους στη Nαύπακτο.

Διαβάστε περισσότερα

Η γλυπτική της Μεσσήνης

Ο Δαμοφών, γιος του Φιλίππου από τη Μεσσήνη, είναι ο γνωστότερος γλύπτης της ώριμης ελληνιστικής περιόδου στη Νότιο Ελλάδα. Επιδιδόταν στην κατασκευή αγαλμάτων που εικόνιζαν αποκλειστικά θεούς και ήρωες. Τα κλασικιστικά στοιχεία των θεϊκών και ηρωικών μορφών του υπαγορεύονταν κατά ένα βαθμό από τον παραδοσιακό συντηρητικό χαρακτήρα αυτής της κατηγορίας έργων. Δούλευε κυρίως σε μάρμαρο, αλλά και σε ξύλο και χαλκό. Στα κολοσσιαίου συνήθως μεγέθους μαρμάρινα έργα του χρησιμοποιεί ενίοτε την τεχνική του ακρόλιθου, αλλά συνηθέστερα αυτή του τεμαχισμού. Συγκροτεί δηλαδή τις μορφές του από πολλά, χωριστά δουλεμένα, τεμάχια μαρμάρου, τα οποία συναρμολογεί, «συναρμόττει» με τη βοήθεια μεταλλικών συνδέσμων και κόλλας. Η τεχνική του τεμαχισμού, που αξιοποιεί ακόμη και τα πολύ μικρά κομμάτια του πολυτίμου υλικού, ήταν αναπόφευκτη στα κολοσσιαίου μεγέθους και στα τολμηρά κινημένα έργα, γιατί ήταν αδύνατη η εξόρυξη επαρκούς ενιαίου μαρμάρινου όγκου. Χάρη στον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα την τέχνη του Δαμοφώντα, γνωρίζουμε δεκαπέντε τουλάχιστον έργα του (πέντε από αυτά πολύμορφα συντάγματα), ανιδρυμένα σε ιερά τεσσάρων πόλεων της Πελοποννήσου. Εννέα λατρευτικές συνθέσεις του βρίσκονταν στη γενέτειρα του γλύπτη Μεσσήνη, δύο στο Αίγιο, έδρα της Αχαϊκής Συμπολιτείας, τρία έργα του στην αρκαδική πρωτεύουσα Μεγαλόπολη και ένα λατρευτικό σύνταγμα στην αρκαδική Λυκόσουρα. Από τα έργα αυτά είχε βρεθεί το κολοσσιαίο τετράμορφο σύνταγμα του ναού της Δέσποινας στη Λυκόσουρα το 1910 σε ανασκαφή.

Αντιπροσωπευτικό έργο της τέχνης και της ικανότητας του στην απόδοση του λεπτού διάφανου υφάσματος και στην ταυτόχρονη ανάδειξη της πλαστικότητας της μαλακής γυναικείας σάρκας αποτελούν τα σωζόμενα μέλη θαλάσσιου θιάσου, ένας Τρίτων και δύο Τριτωνίδες, από τα ερεισίχειρα και το ερεισίνωτο του μαρμάρινου θρόνου των θεαινών της Λυκόσουρας. Ο Δαμοφών κλήθηκε από τους Ηλείους στην Ολυμπία να επισκευάσει το λατρευτικό χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, το περίφημο στην αρχαιότητα έργο του μεγάλου Φειδία, και τιμήθηκε ιδιαίτερα για τη δουλειά του από την ηλειακή βουλή. Οι πρόσφατες έρευνες στη Μεσσήνη έφεραν στο φως κορμούς και θραύσματα από όλα τα έργα του που ήταν ανιδρυμένα στο Ασκληπιείο της Μεσσήνης: το τρίμορφο σύνταγμα Ασκληπιού-Μαχάονα-Ποδαλείριου, το δεκάμορφο σύνταγμα Απόλλωνος και Μουσών, τη Θήβα και τον Ηρακλή, την Τύχη, καθώς και την Αρτέμιδα Φωσφόρο. Ένα επιγραφικό μνημείο του 2ου αιώνα π.Χ. από τη Μεσσήνη, προσφέρει νέες πληροφορίες (πέρα από αυτές που δίνει ο Παυσανίας) για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα τόσο στην αρκαδική Λυκόσουρα όσο και σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου, της Στερεάς και των νησιών. Ο Δαμοφών ήταν εξέχουσα προσωπικότητα με οικονομική δύναμη και πολιτική επιρροή στην πόλη του Μεσσήνη. Η φήμη του ως μεγάλου γλυπτή και γνώστη της τεχνικής όλων των μορφών αγαλματοποιίας ξεπερνούσε τα όρια όχι μόνο της Μεσσηνίας, αλλά και αυτής της Πελοποννήσου. Η περίοδος ακμής του φαίνεται ότι μπορεί να οριοθετηθεί με σχετική ασφάλεια μεταξύ των ετών 210 και 180 π.Χ. Τα έργα του δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως κλασικιστική αντίδραση που έπεται του ασιατικού μπαρόκ, αλλά ως πρωτότυπες νεοκλασικές δημιουργίες, που εμφανίζονται συγχρόνως ή και νωρίτερα από τα μεγάλα περγαμηνά επιτεύγματα. Η περίοδος της ακμής του συμπίπτει με την περίοδο ακμής της γενέτειρας του Μεσσήνης, πριν εξαναγκαστεί αυτή με την επέμβαση της Ρώμης να προσχωρήσει οριστικά το 182 π.Χ. στην Αχαϊκή Συμπολιτεία παρά τη θέληση της.

Διαβάστε περισσότερα

Αίθουσα Α

O Eρμής της Μεσσήνης

Στημένο απέναντι από την είσοδο μαρμάρινο άγαλμα του Ερμή, ύψους 2,32 μ., που βρέθηκε το 1996 στη δυτική στοά του Γυμνασίου. Ο αγγελιοφόρος των θεών εικονίζεται σε θεϊκή γυμνότητα. Έχει ριγμένη στον ώμο και τυλιγμένη στο λυγισμένο αριστερό χέρι τη χλαμύδα που πέφτει με πυκνές επιμήκεις πτυχώσεις προς τα κάτω. Αποτελεί, άριστα διατηρημένη παραλλαγή του 1ου αιώνα μ.X. ενός αγαλματικού τύπου. Το πρότυπο του τύπου ήταν χάλκινο και ανάγεται στον 4ο αιώνα π.X. Ο χαρακτήρας του έργου ήταν ταφικός και όχι λατρευτικός, σχετιζόμενος με τα ταφικά μνημεία που αποκαλύφθηκαν στο Γυμνάσιο.

O Δορυφόρος του Πολυκλείτου

Αποτελεί άριστης τέχνης αντίγραφο του Δορυφόρου του Πολυκλείτου, που έρχεται να προστεθεί στα 30 περίπου γνωστά πλήρη ή ελλιπή σωζόμενα αντίγραφα. Το αντίγραφο της Μεσσήνης είναι έργο υψηλής ποιότητας, όπως φανερώνει η επεξεργασία του κορμού, των πελμάτων και της πλίνθου. Η εύρεσή του στο Γυμνάσιο της πόλης (1995) θέτει το πρόβλημα της ταυτότητας του εικονιζόμενου. Είναι γεγονός ότι η γυμνότητα και το μεγαλύτερο του φυσικού μέγεθος δηλώνει ότι εικονίζεται κάποιος ημίθεος ή ήρωας και όχι κοινός θνητός νικητής σε αγώνες. Ο αρχαιολόγος Hauser είχε υποστηρίξει ήδη το 1905 ότι το έργο αποτελεί παράσταση του Ομηρικού ήρωα Αχιλλέα. Ο Δορυφόρος εν τούτοις της Μεσσήνης φαίνεται ότι εικόνιζε τον Θησέα, ο οποίος σχετίζεται άμεσα και με τους εφήβους που ασκούνταν στο Γυμνάσιο.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Vincenzo Franciozi με την οποία συμφώνησε και ενστερνίστηκε και ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης το εν λόγω αντίγραφο του Πολυκλείτου, που αποκαλούσαμε έως τώρα «Δορυφόρο» μπορεί να αναγνωριστεί και να ταυτιστεί ως ο “nudus telo incessens” του Πολυκλείτου, χωρίς να αποκλείεται και ο «hageter arma sumens”, έργο επίσης του Πολυκλείτου, που αναφέρει ο Πλίνιος.

Άγαλμα Ιματιοφόρου

Ακέφαλο άγαλμα ιματιοφόρου άνδρα, ύψους 1,71 μ., που βρέθηκε στο Γυμνάσιο πεσμένο μπροστά στο βάθρο του. Η δέσμη ειληταρίων πάπυρου δίπλα στο αριστερό πόδι, που λειτουργεί και ως στήριγμα του έργου, τον χαρακτηρίζει ως πνευματικό άνδρα, φιλόσοφο ή ρήτορα. Τα τεχνοτροπικά στοιχεία του έργου επιτρέπουν να το θεωρήσουμε δημιουργία του 1ου αι. μ.Χ. Εικονίζεται ο Τιβέριος Κλαύδιος Θέων, γιος του Νικηράτου, σύμφωνα με την επιγραφή στο βάθρο του.

Διαβάστε περισσότερα

Η συμβολή των επιγραφών στη γνώση της μεσσηνιακής ιστορίας

Όσα γνωρίζουμε από τον Παυσανία και τους άλλους αρχαίους συγγραφείς όχι μόνο επιβεβαιώνουν, αλλά συχνά συμπληρώνουν οι επιγραφές. Ο Παυσανίας μεταξύ της αγοράς και του ιερού του Ασκληπιού σημειώνει εκτός των άλλων την ύπαρξη ιερού της Δήμητρας και αγαλμάτων των Διοσκούρων, Κάστορα και Πολυδεύκη. Οι ανασκαφές απεκάλυψαν τα λείψανα του ιερού αυτού, του οποίου η ταύτιση επιβεβαιώνεται από μια ορειχάλκινη ασπίδα με επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε σε αποθέτη μέσα στο ιερό: ΤΩΙ ΠΟΛYΔ|ΕΚΗΙ ΑΝΕΘΗΚΕ | ΚΑΛΛΙΠΠΙΔΑΣ | ΚΑΙ ΤΟΙ ΣYΜΠΕΙΘ|ΟΙ.

Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα με τις τέσσερεις στοές, την περίστυλη αυλή και τον μεγάλο δωρικό ναό στο κέντρο ταυτίστηκε προς το αναφερόμενο από τον Παυσανία ιερό του Ασκληπιού από τον συνδυασμό των πληροφοριών δύο επιγραφών. Η πρώτη μαρτυρεί ότι ο Μάρκος Καίσιος Γάλλος που διετέλεσε ταμίας και αντιστράτηγος ΕΠΕΣΚΕYΑΣΕΝ | ΤΑΣ ΣΤΟΑΣ ΤΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΣ ΤΟY ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟY ΚΑΙ ΤΑΣ YΠΕΡΚΕΙΜΕΝΑΣ ΠΑ|ΡΑΕΤΙΔΑΣ ΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΑΙΣΑΡΗΟΝ.

Aπό το κείμενο προκύπτει η τοπογραφική σχέση του τετραστώου Aσκληπιείου με το Kαισάρειον, το λεγόμενον και Σεβάστειον, που ήταν ο χώρος λατρείας του Aυγούστου και των Σεβαστών. Η ταύτιση του Σεβαστείου κατέστη δυνατή με την εύρεση της δεύτερης επιγραφής. Πρόκειται για ψήφισμα αναφερόμενο σε επισκευές πού έγιναν την πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ. σε σημαντικά δημόσια κτήρια και ιερά της πόλεως (BCH 109, 1985, 597-607). Με επιμέλεια του γραμματέως των συνέδρων η στήλη ιδρύθηκε ΠAPA TO ΣEBAΣTEION, βρέθηκε δε στην αρχική της θέση μπροστά στην κεντρική κλίμακα της B. πτέρυγας του συγκροτήματος. H εύρεση στο αίθριο του χώρου αναθηματικών επιγραφών στον Ασκληπιό και την Υγεία επιβεβαίωσε την ταύτιση με το Ασκληπιείο (ΠAE 1962, 112γ, αρ. 8 και ΠAE 1971, 166, αρ. 6). Οι μικροί οίκοι της δυτικής πτέρυγος του Ασκληπιείου, όπως αποδεικνύει η αρχιτεκτονική τους μορφή και η παντελής έλλειψη αποθετών και βωμών, δεν ήταν λατρευτικοί, άλλα στέγαζαν τα αγάλματα του Ασκληπιού, των παιδιών του, του Απόλλωνος, των Μουσών, του Ηρακλέους, της πόλεως των Θηβαίων, του Θηβαίου Επαμεινώνδα, της Τύχης και της Αρτέμιδος Φωσφόρου. Tα αγάλματα, πλην της εκ σιδήρου εικόνος του Eπαμεινώνδα, ήταν έργα του Μεσσηνίου γλύπτη Δαμοφώντος κατά την μαρτυρία του Παυσανία (4, 31, 10). Η απόδοση των οίκων στα αγάλματα έγινε δυνατή λόγω της ευρέσεως στήλης ψηφίσματος στον τελευταίο προς βορρά οίκο (K). Το ψήφισμα (42 μ.Χ.) είναι απόφαση σώματος συνέδρων να τιμήσουν τον γραμματέα τους Μνασίστρατον Φιλοξενίδα και προβλέπει την ίδρυση της στήλης ΠAPA TON NAON THΣ APTAMITOΣ. Την ταύτιση του οίκου K με το Aρτεμίσιο επιβεβαίωσαν και οι αναθηματικές επιγραφές (2ος π.Χ. – 3ος μ.Χ. αι.) στην Άρτεμιδα Oρθεία, που βρέθηκαν μέσα στον οίκο. Το στάδιο της πόλης αναγνωρίστηκε ήδη τον 19ο αι. από τα σωζόμενα ορατά κατάλοιπα, ενώ η θέση του γυμνασίου, το οποίο απλώς μνημονεύει ο Παυσανίας, καθορίστηκε από επιγραφές. Πρόκειται για καταλόγους εφήβων, αναθέσεις γυμνασιάρχων και εφήβων, αναθηματικές επιγραφές στον Ηρακλή και στον Eρμή και τέλος, επιγραφές πού μαρτυρούν την ανάθεση ναού Eρμού και Ηρακλέους, καθώς και την κατασκευή και επισκευή του Προπύλου του Γυμνασίου.

Από το κείμενο προκύπτει η τοπογραφική σχέση του τετράστωου Ασκληπιείου με το Καισάρειον ή Σεβάστειον, χώρο λατρείας του Αυγούστου και των Σεβαστών αυτοκρατόρων. Η ταύτιση του Σεβάστειου κατέστη δυνατή με την εύρεση μιας δεύτερης επιγραφής, ένα ψήφισμα αναφερόμενο σε επισκευές που έγιναν την πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ. σε σημαντικά δημόσια κτήρια και ιερά της πόλης. Με επιμέλεια του Γραμματέως των Συνέδρων η στήλη με την επιγραφή ιδρύθηκε ΠΑΡΑ ΤΟ ΣΕΒΑΣΤΕΙΟΝ και βρέθηκε μπροστά στην κεντρική κλίμακα της βόρειας πτέρυγας του συγκροτήματος. Η εύρεση επιγραφών με αναθέσεις στον Ασκληπιό και την Υγεία επιβεβαίωσε την ταύτιση του ιερού με το Ασκληπιείο. Οι Οίκοι της δυτικής πτέρυγας του Ασκληπιείου δεν ήταν λατρευτικοί, στέγαζαν τα αγάλματα του Απόλλωνος και των Μουσών, του Ηρακλέους, της πόλεως των Θηβαίων, του Θηβαίου Επαμεινώνδα, της Τύχης και της Αρτέμιδος Φωσφόρου. Τα αγάλματα, εκτός από τον σιδερένιο ανδριάντα του Επαμεινώνδα, ήταν μαρμάρινα, έργα του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα κατά τη μαρτυρία του Παυσανία (4.31.10). Η απόδοση των Οίκων σε συγκεκριμένα αγάλματα έγινε δυνατή χάρη στην εύρεση ενεπίγραφης στήλης με ψήφισμα στον τελευταίο προς βορρά Οίκο (Κ). Το ψήφισμα (του 42 μ.Χ.) είναι απόφαση σώματος συνέδρων να τιμήσουν τον γραμματέα τους Μνασίστρατον γιο του Φιλοξενίδα και προβλέπει την ίδρυση της στήλης ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΗΣ ΑΡΤΑΜΙΤΟΣ. Την ταύτιση του Οίκου Κ με τον ναό της Αρτέμιδος, το Αρτεμίσιον επιβεβαίωσαν και αναθηματικές επιγραφές (του 2ου π.Χ. – 3ου μ.Χ. αι.) στην Αρτέμιδα Ορθία που βρέθηκαν μέσα στον Οίκο Κ.

Το Στάδιο της πόλης αναγνωρίστηκε ήδη τον 19ο αι. από τα σωζόμενα τότε ορατά κατάλοιπα, ενώ η θέση του Γυμνασίου, που στεγαζόταν στις στοές γύρω από το Στάδιο, καθορίστηκε από επιγραφές. Πρόκειται για καταλόγους εφήβων, αναθέσεις γυμνασιάρχων και εφήβων, αναθηματικές επιγραφές στον Ηρακλή και στον Ερμή και τέλος επιγραφές που μαρτυρούν την ανάθεση ναού στον Ερμή και τον Ηρακλή, καθώς και την κατασκευή και επισκευή του Προπύλου του Γυμνασίου.

Οι ενεπίγραφοι λίθοι έκαναν γνωστές και λατρείες στην πόλη της Μεσσήνης που δεν αναφέρει ο Παυσανίας, επειδή δεν λειτουργούσαν την εποχή του ή γιατί ο ίδιος δεν τις θεώρησε αξιομνημόνευτες. Στον 3ο αι. π.Χ. χρονολογείται ανάθεση στον Απόλλωνα Αγυιέα. Στην περιοχή μεταξύ της Αγοράς και του Ασκληπιείου κατά την ΒΔ γωνία του οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως μικρό ναό της Ορθίας Αρτέμιδας. Η απόδοση στην Ορθία στηρίχθηκε στην εύρεση πήλινων ειδωλίων της θεάς και ενός πεσσού με επιγραφή (3ου αι. π.X.) που έφερε μικρό χάλκινο αγαλμάτιο Αρτέμιδας. ΒΑ του χωρίου Μαυρομάτι, στο μέσον περίπου της απόστασης προς την κορυφή της Ιθώμης, στη θέση Σπέλουζα, o Γάλλος αρχαιολόγος Philip Le Βas εντόπισε το 1844 τα θεμέλια ενός ιωνικού ναού. Επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. (ΙG V 1, 1442) τον οδήγησε να αναγνωρίσει τον ναΐσκο ως ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος. Οι επιγραφές συμβάλλουν επίσης στην πληρέστερη γνώση της ιστορίας της Μεσσήνης, άλλοτε επιβεβαιώνοντας όσα ήδη γνωρίζομε από τους αρχαίους συγγραφείς, άλλοτε προσφέροντας εντελώς νέες γνώσεις. Δυο ελλιπείς επιγραφές σώζουν μερικώς τα κείμενα συνθηκών: Η πρώτη είναι συνθήκη Μεσσηνίων και Μακεδόνων, η δεύτερη είναι συνθήκη μεταξύ του βασιλέως Λυσιμάχου και των Μεσσηνίων (306-281 π.x).

Ψηφίσματα ξένων πόλεων (Ερέτριας, Ναυπάκτου, Θηβών, Σμύρνης, Δημητριάδας κ.ά.) προς τιμήν Μεσσηνίων δικαστών ή ψηφίσματα των Μεσσηνίων προς τιμήν ξένων δικαστών, μαρτυρούν τις σχέσεις της Μεσσήνης με τις άλλες πόλεις από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ. Όπως προκύπτει από δύο αποσπασματικώς σωζόμενα ψηφίσματα, οι Μεσσήνιοι δέχονται την πρόταση των Κεφαλλήνων να συμμετάσχουν σε ιερόν αγώνα, πού εκείνοι μόλις έχουν καθιερώσει. Από ένα άλλο ελλιπώς σωζόμενο ψήφισμα (ΙG V 1, 1426) γνωρίζομε ότι οι Μεσσήνιοι τίμησαν με ισοπολιτεία τριάντα ξένους ιππείς, πιθανώς πολίτες της γειτονικής πόλεως Άμφειας, διότι συμπαρατάχθηκαν με τους Μεσσήνιους, ίσως κατά την πολιορκία της Μεσσήνης από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή (295/4 π.Χ.). Την καλλιτεχνική δράση του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα Φιλίππου φωτίζουν τα τιμητικά ψηφίσματα επτά πόλεων (Λυκοσούρας, Λευκάδος, Κρανίων, Μήλου, Κύθνου, Γερηνίας και Οιανθείας) χαραγμένα σε υψηλό δωρικό κίονα που στήθηκε στο ταφικό μνημείο του στο Ασκληπιείο γύρω στα μέσα του 2ου αι. π.Χ.

Τη Μεσσήνη των Ρωμαϊκών χρόνων γνωρίζουμε από τρία εκτενή κείμενα που αφορούν στην οροθεσία των συνόρων μεταξύ Μεσσήνης και Λακεδαίμονος (ΙG V 1, 1431), στην επισκευή δημοσίων κτηρίων και στην επιβολή της λεγομένης οκτωβόλου εισφοράς (ΙG V 1, 1432). Σώζονται και πολλές τιμητικές επιγραφές χαραγμένες στα βάθρα ανδριάντων προς τιμήν Ρωμαίων αυτοκρατόρων και αξιωματούχων. Η αθλητική δραστηριότητα στο Στάδιο και το Γυμνάσιο αποτυπώνεται στους καταλόγους των αγωνοθετών, των εφήβων και στις αναθηματικές επιγραφές γυμνασιαρχών και νικητών σε αγώνες εγχώριους ή ξένων πόλεων. Οι επιτύμβιες τέλος επιγραφές συμβάλλουν στη μελέτη κυρίως της τοπογραφίας (στον καθορισμό της θέσεως των νεκροταφείων) και της προσωπογραφίας των Μεσσήνιων πολιτών και των ξένων κατοίκων της πόλεως.

Διαβάστε περισσότερα

Αίθουσα Β

Ο ΔΑΜΟΦΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Στην αίθουσα Β του Μουσείου εκτίθενται κατά κύριο λόγο γλυπτά του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα, που βρέθηκαν στο Ασκληπιείο και σε άλλα οικοδομήματα. Ο Δαμοφών, γιός του Φιλίππου, είναι ο γνωστότερος γλύπτης της ώριμης ελληνιστικής περιόδου. Ήταν εξέχουσα προσωπικότητα με οικονομική δύναμη και πολιτική επιρροή. Η φήμη του ξεπερνούσε τα όρια όχι μόνο της Μεσσηνίας, αλλά και αυτής της Πελοποννήσου. Η περίοδος ακμής του φαίνεται ότι μπορεί να οριοθετηθεί με σχετική ακρίβεια μεταξύ των ετών 210 και 180 π.X. Επιδιδόταν στην κατασκευή αγαλμάτων που εικόνιζαν αποκλειστικά θεούς και ήρωες και όχι κοινούς θνητούς. Η ιδεαλιστική αντίληψη, που είχε για την τέχνη της αγαλματοποιίας ήταν τελείως ξένη προς τις ρεαλιστικές απαιτήσεις των εικονιστικών ανδριάντων. Δούλευε κυρίως σε μάρμαρο, αλλά και σε ξύλο και χαλκό. Στα κολοσσιαίου συνήθως μεγέθους μαρμάρινα έργα του χρησιμοποιεί την τεχνική του ακρόλιθου, αλλά συνηθέστερα αυτήν του τεμαχισμού. Χάρη στον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα την τέχνη του Δαμοφώντος, γνωρίζουμε δεκαπέντε τουλάχιστον έργα του, πέντε από αυτά με πολλές μορφές τα οποία ήταν ανιδρυμένα σε ιερά πόλεων της Πελοποννήσου.

Kεφαλή του Θηβαίου Ηρακλή

Κεφάλι υπερφυσικού μεγέθους, έντονα φθαρμένο. Εκτός από το κεφάλι, σώζονται θραύσματα από το αριστερό πέλμα. Βρέθηκε στο Ασκληπιείο της Μεσσήνης. Αρχές 2ου αι. π.Χ. Τυπικό δείγμα της τέχνης του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα, ο οποίος συνδυάζει τον κλασικισμό με τις σύγχρονές του τάσεις του ελληνιστικού μπαρόκ, δηλαδή τον προοδευτισμό με τον συντηρητισμό.

Κεφάλι του Απόλλωνος

Έργο του Δαμοφώντα. Η έκφραση του προσώπου τονιζόταν από τα ένθετα μάτια που λείπουν. Μαλλιά επιπεδόγλυφα, χείλη σαρκώδη, εκφραστικά.

Αγάλματα Κοριτσιών και Ιερειών

Βρέθηκαν στο Αρτεμίσιο του Ασκληπιείου. Εικονίζουν κορασίδες και ιέρειες. Οι δυο κορασίδες είναι ντυμένες πανομοιότυπα με ποδήρεις υψηλά ζωσμένους χιτώνες. Οι γονείς αφιέρωναν στον ναό αγάλματα των θυγατέρων τους, οι οποίες έπαιρναν μέρος σε τελετές μύησης όπως συνέβαινε και σε άλλα ιερά της Αρτέμιδος. Ένας από τους κορμούς κορασίδων φέρει βραχιόλια στον καρπό του αριστερού του χεριού, με το οποίο κρατάει ξόανο Αρτέμιδος.

Aνάγλυφο Διοσκούρων (3ος αι.π.Χ.)

Σε επιβεβαίωση της λατρείας των Διοσκούρων στη Μεσσήνη έρχεται το αναθηματικό ανάγλυφο ελλιπές και φθαρμένο που παριστάνει τους Διόσκουρους σε γνωστό τύπο. Οι δίδυμοι εικονίζονται γυμνοί με δόρατα στο αριστερό, ενώ κρατούν από τον χαλινό, με το δεξί τους, ίππους, εραλδικά τοποθετημένους δεξιά και αριστερά από ομφαλό ή ουράνιο σύμβολο. Η λατρεία των Διοσκούρων στη Μεσσήνη μαρτυρείται τώρα και επιγραφικά.

Λίθινος Ερμηρακλής

Ασβεστολιθική ερμαϊκή στήλη, ελλιπής κάτω, με συμφυείς ογκώδεις ψευδοβραχίονες. Βρέθηκε πεσμένη μπροστά από τον τέταρτο κίονα της δυτικής στοάς του Γυμνασίου. Εικονίζει τον Ηρακλή με λεοντή στο κεφάλι. Τα μπροστινά πόδια της λεοντής δένονται σε κόμβο («ηράκλειον άμμα») μπροστά στο στήθος. Κάτω από τον κόμβο και πάνω από τα έξεργα γεννητικά όργανα της στήλης είναι χαραγμένη η επιγραφή (3ος αι. π.Χ):
Φιλλιάδας
Νέωνος
Ηρακλ[εί]
ανέθη [κεν]

Διαβάστε περισσότερα

Η νομισματοκοπία της Μεσσήνης

Η νομισματοκοπία ξεκινάει λίγο μετά την ίδρυση το 369 π.X. της αυτόνομης Μεσσήνης, το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της Μεσσηνίας που κράτησε και στα κατοπινά χρόνια τον πρώτο ρόλο στη νομισματική παραγωγή. Ήταν η μόνη πόλη της περιοχής, που εξέδωσε σημαντικό, αναλογικά, αριθμό νομισματικών σειρών από τον 4ο αι. π.X. ως και τις αρχές του 3ου μ.X. αι. με σύντομες περιόδους αδράνειας. Ενδιαφέροντες σταθμοί στη διάρκεια του 3ου αι. και στις αρχές του 2ου αιώνα αποτελούν τα σπάνια τετράδραχμα της Μεσσήνης με τις εικονογραφικά όμοιες παραστάσεις στις όψεις, καθώς και τα καλά χρονολογημένα τετράδραχμα που έκοψε η πόλη (με Ηρακλή και Δία αετοφόρο) στον τύπο και στο όνομα εκείνων του Μ. Αλεξάνδρου γύρω στο 190 π.X. Η χρονιά 191 π.X. είναι οριακή για την Μεσσήνη μια και υποχρεώνεται να προσχωρήσει στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Ίσως τότε ή λίγο νωρίτερα αρχίζει τις εκδόσεις μεγάλων χάλκινων υποδιαιρέσεων με τη Δήμητρα και το Δία πάντα στις όψεις, αλλά τώρα και με τα ονόματα των υπευθύνων του νομισματοκοπείου στην πίσω όψη, δίπλα στο μονόγραμμα της πόλης. Παράλληλα, στο πρώτο μισό του 2ου π.X. αιώνα και στα πλαίσια των υποχρεώσεών της ως μέλους της συμπολιτείας, η Μεσσήνη κόβει ασημένια τριώβολα με τους κοινούς συμμαχικούς εικονογραφικούς τύπους (Δίας – Αχαϊκό μονόγραμμα σε στεφάνι), προσθέτοντας μόνο το μονόγραμμα ή και τα σύμβολα της πόλης ως διακριτικό.

Στα χρόνια που ο Αύγουστος έβαζε τις βάσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (27 π.X. και εξής) η πόλη της Μεσσήνης φαίνεται πως μπόρεσε να εκδώσει μόνο μία καινούργια σειρά χάλκινων νομισμάτων, και μάλιστα με παραστάσεις όχι τυπικά μεσσηνιακές: κεφάλι Ηρακλή και ρόπαλο. Στα μεταχριστιανικά χρόνια εκδίδει και ορισμένες νέες σειρές με το κεφάλι της Τύχης της Μεσσήνης με πυργοστεφές διάδημα σταθερά στον εμπροσθότυπο και τον Δία Ιθωμάτα στον οπισθότυπο και για πρώτη φορά και τον Ασκληπιό. Παρατηρείται εμμονή στο παλαιό και λαμπρό παρελθόν, αν και η ρωμαϊκή εξουσία δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης.

Διαβάστε περισσότερα

Αίθουσα Γ

Η Άρτεμις Λαφρία

Το άγαλμα της Αρτέμιδος Λαφρίας, ύψους 1,34 μ. βρέθηκε το 1989. Η θεά υψώνει το δεξί χέρι της, πάνω από τον αντίστοιχο ώμο για να ανασύρει βέλος από τη φαρέτρα. Στηρίζεται δεξιά σε κορμό δένδρου και κρατάει τόξο, του οποίου το σωζόμενο κάτω άκρο απολήγει σε κεφάλι κύκνου. Τα μαλλιά με ίχνη ωχρού (ξανθού) χρώματος είναι χωρισμένα στη μέση και οδηγούνται με λεπτούς κυματοειδείς πλοκάμους προς τα πίσω, όπου δένονται σε κότσο. Φοράει κοντό χιτώνα και από πάνω ιμάτιο δεμένο στη μέση, καθώς και εμβάδες (=δερμάτινες μπότες). Ο τύπος ονομάστηκε “Λαφρία” με βάση την Αρτέμιδα Λαφρία που εικονίζεται στα ρωμαϊκά νομίσματα των Πατρών. Η κόμμωση, καθώς και τα χαρακτηριστικά του προσώπου βρίσκουν τα παράλληλά τους σε αντίγραφα και παραλλαγές της Κνιδίας Αφροδίτης του Πραξιτέλη.

Άγαλμα Ερμή και Αυτοκράτορα

Βρέθηκαν το 1966 στη θέση όπου αποκαλύφθηκε το 1989 η αίθουσα με τα μαρμαροθετήματα και η Άρτεμις Λαφρία. Ο αυτοκράτορας εικονίζει πιθανώς τον Κωνστάντιο Β’ (357-361 μ.Χ.). Είναι έργα του ίδιου τοπικού μεσσηνιακού εργαστηρίου. Τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά τους επιτρέπουν χρονολόγηση γύρω στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ.

Ίσιδα η Πελαγία

Βρέθηκε το 2002 στο προσκήνιο του Θεάτρου της Μεσσήνης. Πρόκειται για σχεδόν ακέραιο μαρμάρινο άγαλμα σε φυσικό μέγεθος (ύψος: 1, 70μ.) του 2ουαι. μ.Χ. υψηλής ποιότητας, που απεικονίζει την Ίσιδα να κρατά ιστίο πλοίου, στραμμένη στα δεξιά και με το αριστερό πόδι της να πατά σε πλώρη πλοίου. Προέρχεται από τη διακόσμηση της ρωμαϊκής σκηνής του Θεάτρου, έργο μοναδικό και πρωτότυπο στη σύλληψη και τη δημιουργία του.

Διαβάστε περισσότερα

Η κεραμική της Μεσσήνης

Η Κεραμική της Μεσσήνης ακολουθεί την ιστορική πορεία της πόλης από την ίδρυσή της τον 4ο αι. π.Χ. ως τα ύστερα ρωμαϊκά και τα πρωτοβυζαντινά χρόνια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κεραμική των Ελληνιστικών χρόνων από το 320 π.Χ. περίπου ως και τον 1ο αι. π.Χ., η οποία ακολουθεί τους ρυθμούς και τις γενικές τάσεις της εποχής. Το τέλος του 4ου π.Χ. αι. σημαίνει και το τέλος, το θάνατο της γραπτής κεραμικής. Τη θέση της παίρνουν μονόχρωμα αγγεία, είτε τελείως μελανά (μελαμβαφή) είτε τελείως ερυθρά (ερυθροβαφή). Στην κατηγορία των ερυθρών ανήκουν τα Terra Sigillata ή Περγαμηνά (από την Πέργαμο της Μ. Ασίας, οπού εμφανίστηκαν γύρω στο 150 π.Χ. – 50 π.Χ.) και έχουν εμπίεστη ή και ανάγλυφη διακόσμηση. Η παραγωγή τους συνεχίστηκε στην Ιταλία (όπου ονομάζονται Αρρετηνά, από το Arrezo) και σ’ όλη την Ανατολή ως τον 7ο – 8ο αι. μ.Χ. Μια ομάδα των τελευταίων ονομάζονται Αφρικανικά (από εργαστήρια της βόρειας Αφρικής). Πρόκειται κυρίως για σκεύη οικιακής χρήσης (πιάτα ρηχά και βαθιά). Στην κατηγορία των μονόχρωμων μελαμβαφών ανήκουν και τα λεγόμενα Μεγαρικά (κυρίως σκύφοι) με ανάγλυφη διακόσμηση κατά κανόνα φυτική, αλλά και με ζώα ή σκηνές της Ιλιάδος, οπότε λέγονται Ομηρικοί σκύφοι. Οι μεγαρικοί σκύφοι είναι πολύ διαδομένα αγγεία από το 250 ως το 100 π.Χ. περίπου.

Τα πλουσιότερα διακοσμημένα αγγεία μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα σκουρόχρωμα (με έδαφος σκούρο) και τα ανοιχτόχρωμα. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα λεγόμενα Δυτικής Κλιτύος (West Slope) που εμφανίζονται στην Αττική από τον 4ον αι. π.Χ. και συνεχίζονται σε τοπικά εργαστήρια ως τον 2ο αι. π.Χ. περίπου. Στην κατηγορία των ανοιχτόχρωμων ανήκουν α) η ομάδα Λάγυνος, που απαντά στα ανατολικά της Αδριατικής γύρω στα 150 π.Χ. (πάνω σε λευκά επίχρισμα, φυτικά κυρίως κοσμήματα σε μαύρο ή καφέ), β) τα αγγεία Hadra της Αλεξάνδρειας (260 – 210 π.Χ. περίπου), κυρίως υδρίες πού το σώμα τους καλύπτεται είτε με λευκό επίχρισμα (οπότε φέρουν πολύχρωμα κοσμήματα), είτε με κίτρινο επίχρισμα (οπότε ή διακόσμηση γίνεται με μαύρο ή καφέ). Τα αγγεία αυτά χρησιμοποιούνταν συνήθως ως τεφροδόχα σε τάφους.

Διαβάστε περισσότερα