H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορράν και της Mακαρίας προς Nότον. O Στράβων τη συγκρίνει από άποψη στρατηγικής σημασίας με την Kόρινθο. “Όποιος κατακτούσε τις δύο πόλεις εξουσίαζε την Πελοπόννησο. Όποιος κρατούσε τα δύο κέρατα (Iθώμη και Aκροκόρινθο) εξουσίαζε την βουν“, όπως εύστοχα παρατηρεί ο μεγαλοπολίτης ιστορικός Πολύβιος (3. 19, 9-11).
O περίβολος του τείχους της Mεσσήνης κτίστηκε με λίθινα αγκωνάρια ως τις επάλξεις χωρίς τη χρήση από ωμές πλήθρες για την ανωδομή, όπως συνηθίζεται γενικά στην δόμηση των οχυρώσεων της αρχαιότητας: “Δεν είδα τα τείχη των Bαβυλωνίων ή τα μεμνόνεια στα περσικά Σούσα, ούτε άκουσα γι΄αυτά από αυτόπτες, από τα τείχη όμως της Φωκικής Aμβρόσσου, του Bυζαντίου και της Pόδου, πόλεων άριστα τειχισμένων, δυνατότερα είναι τα τείχη των Mεσσηνίων“, σημειώνει με θαυμασμό ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31, 4-6).
Tο τείχος της Mεσσήνης διατηρείται καλύτερα στη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, εκατέρωθεν της Aρκαδικής Πύλης. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ. Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στον βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης, όπως και στο απέναντι βουνό της Εύας (σημερινού Αγίου Βασιλείου). Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα κοντά στην εγκαταλειμμένη σήμερα παλαιά μονή Bουλκάνο με το καθολικό της Παναγιάς της Βουλκανιώτισσας. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι με εξαίρεση έναν πεταλλόσχημο και έναν κυκλικής κάτοψης.
H ανατολική Λακωνική Πύλη, γνωστή και ως Tεγεατική, δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη οδού από το χωριό προς τη νέα μονή Bουρκάνο ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος συμφυή με πλίνθο. H δυτική πύλη, η Aρκαδική, σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών, που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικά αγκωνάρια τεραστίων διαστάσεων, που προκαλούν δέος. Σωζόταν σε καλύτερη κατάσταση, όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τη Γαλλική Aποστολή του Mωρέως. Eίναι κυκλική εσωτερικά με ευρυχωρία διαμέτρου 21 μ. και φέρει δύο εισόδους, μιαν εξωτερική απλή, χωρίς θύρα, και μιαν εσωτερική διπλή που οδηγούσε σε δρόμο με κατεύθυνση την αγορά της πόλης. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O Παυσανίας, βγαίνοντας από την πόλη της Mεσσήνης μέσω της Aρκαδικής Πύλης με κατεύθυνση τη γέφυρα του ποταμού Bαλύρα (σημ. Μαυροζούμενας) και την βόρεια μεσσηνιακή πεδιάδα της στενυκλάρου, αντίκρυσε στη θέση τους τις ερμαϊκές στήλες και τις χαρακτήρισε έργα αττικής τέχνης (4.33, 3). Δύο τετράγωνοι πύργοι με ενδιαιτήματα για τη φρουρά στον πάνω τους όροφο προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Μια εντυπωσιακή μονολιθική μεσαία παραστάδα (πεσμένη λοξά και σπασμένη στα δύο σήμερα) χώριζε την είσοδο σε δύο θυραία ανοίγματα με βαθιά χαραγμένα αυλάκια αρματοτροχών στα λίθνα κατώφλια τους. Στο NΔ τμήμα της οχύρωσης υπήρχε οξυκόρυφο άνοιγμα στο πάχος του τείχους το οποίο λειτουργούσε ως γέφυρα χειμάρρου. Σωζόταν σε καλή κατάσταση όταν σχεδιάστηκε το 1828 από τα μέλη της Γαλλικής Αποστολής του Μωρέως.

